ΕΦΚΑ: Πότε επισπεύδεται η έκδοση σύνταξης – Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις

Το πλαίσιο για την επίσπευση της εξέτασης συνταξιοδοτικών αιτημάτων ξεκαθαρίζει εσωτερικό έγγραφο του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), με το οποίο επιχειρείται να μπει μια τάξη στη σειρά με την οποία εκδίδονται νέες συντάξεις, ώστε από τη μια να μην υπάρχουν «ριγμένοι» με τις αιτήσεις να παραμένουν στα συρτάρια και από την άλλη, να δίνεται προτεραιότητα σε περιπτώσεις που υπάρχει πραγματική ανάγκη.

Στην αρχή του εγγράφου τονίζεται προς τους εργαζόμενους του ΕΦΚΑ ότι με βάση το νόμο «η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο ελέγχεται ο υπάλληλος», σημειώνοντας, όμως, ότι «υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες παρουσιάζονται σημαντικοί λόγοι δικαιολογημένης προτίμησης νεότερων υποθέσεων, χωρίς να παραβιάζεται ο ανωτέρω κανόνας».

Στις περιπτώσεις, λοιπόν, όπου οι ενδιαφερόμενοι έχουν υποβάλει αίτηση συνταξιοδότησης και μεταγενέστερα αίτηση επίσπευσης εξέτασης αυτής της αίτησης, κατά προτεραιότητα, είναι δυνατή η αποδοχή του αιτήματος με τη συνδρομή συγκεκριμένων κριτηρίων και προϋποθέσεων.

Πιο συγκεκριμένα, ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει:

α) Να μην εργάζεται,

β) Να μην έχει προϋποθέσεις να λάβει προσωρινή σύνταξη, ούτε άλλη σύνταξη,

γ) Να έχει καταθέσει όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά,

δ) Να έχει παρέλθει 3μηνο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης,

ε) Να έχει προσκομισθεί Βεβαίωση Διευθυντή Νοσηλευτικού Ιδρύματος ή – στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας – να έχει εκδοθεί από τα ΚΕΠΑ γνωμάτευση σε ισχύ, από τις οποίες να πιστοποιείται ότι ο/η ενδιαφερόμενος/η παρουσιάζει σημαντικό πρόβλημα υγείας,

στ) Να προβάλλονται ιδιαίτερα σοβαροί οικονομικοί λόγοι σε συνδυασμό με την οικογενειακή κατάσταση.

Η αξιολόγηση της πλήρωσης των κριτηρίων με ταυτόχρονη συνεκτίμηση της σοβαρότητας του κινδύνου που επαπειλείται, σε κάθε περίπτωση, θα γίνεται από τον αρμόδιο Περιφερειακό Διευθυντή, και τα πιστοποιητικά με τα οποία αποδεικνύεται αυτός ο κίνδυνος, μαζί με την αίτηση του ενδιαφερόμενου περί επίσπευσης εξέτασης του συνταξιοδοτικού αιτήματος και των ιδιαίτερων λόγων που επικαλείται, θα τηρούνται εντός του συνταξιοδοτικού του φακέλου και αντίγραφα θα τηρούνται στο αρχείο του Γραφείου του Διευθυντή.

Η εντολή του Διευθυντή του Υποκαταστήματος προς τους υφισταμένους του για την κατ’ εξαίρεση προώθηση υποθέσεων κατόπιν αιτήματος επίσπευσης, εφόσον πληροίται κάποιο από τα παραπάνω κριτήρια και επαπειλείται σοβαρός κίνδυνος, θα είναι ενυπόγραφη και πλήρως αιτιολογημένη ως προς το εξαιρετικό της περίπτωσης. Η σχετική επισημείωση έγκρισης ή απόρριψης του αιτήματος επίσπευσης θα τίθεται επί του σώματος της αίτησης επίσπευσης.

Σε περίπτωση έγκρισης, αντίγραφο αυτής της εντολής θα κοινοποιείται σε όλες τις υπηρεσίες όπου εκκρεμεί η υπόθεση, προκειμένου να επισπεύσουν τις ενέργειές τους με σκοπό την οριστική συνταξιοδότηση.

Στην περίπτωση της απόρριψης του αιτήματος, θα πρέπει να αναφέρεται οπωσδήποτε εγγράφως η επιχειρηματολογία.

Ψευδής ή καταχρηστική άσκηση δικαιώματος με την επίκληση των ανωτέρω πιστοποιητικών θα επισύρει τις νόμιμες κυρώσεις για όλους τους εμπλεκόμενους.

Οι περιπτώσεις επίσπευσης κάθε μήνα, ανά εισηγητή, δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού αριθμού των αποφάσεων συνταξιοδότησης που ολοκληρώνονται από αυτό τον εισηγητή το συγκεκριμένο μήνα.

Επίσης, δεν είναι επιτρεπτό να παραμένουν σε εκκρεμότητα υποθέσεις που είναι «ώριμες», δηλαδή έχουν ολοκληρωθεί από πάσης πλευράς, με την αιτιολογία ότι θα πρέπει να διεκπεραιωθούν κατά απόλυτη σειρά προτεραιότητας σε σχέση με την ημερομηνία πρωτοκόλλου κατάθεσης της αίτησης συνταξιοδότησης. Και τούτο διότι, η διεκπεραίωση μιας τέτοιας υπόθεσης δεν συνιστά αδικαιολόγητη προτίμηση μιας υπόθεσης με παραμέληση παλαιότερης, κατά την έννοια που επισύρει πειθαρχικές κυρώσεις σύμφωνα με τον Υπαλληλικό Κώδικα, αλλά αποτελεί αυτονόητη υποχρέωση της υπηρεσίας, η οποία συνδυάζεται με τη σειρά προτεραιότητας των «ώριμων» υποθέσεων με τις οποίες είναι χρεωμένος ο κάθε εισηγητής.