«Κίτρινη κάρτα» από Κομισιόν για «13η σύνταξη», συντάξεις χηρείας και 120 δόσεις!

Φωτό αρχείου

Αρκετούς αστερίσκους και ιδιαίτερο προβληματισμό για τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση το προηγούμενο διάστημα, «αναδύει» η έκθεση της Κομισιόν για την ελληνική οικονομία. Τόσο το μέτρο της χορήγησης «13ης σύνταξης», όσο και η ρύθμιση των 120 δόσεων δέχονται κριτική από τους τεχνοκράτες των Βρυξελλών, οι οποίοι μιλούν ανοιχτά για
δημοσιονομικό κίνδυνο, που μπορεί να προκύψει από την εφαρμογή τους.

Του Χάρη Δημητρίου

Ειδικότερα, εξασθένηση στα έσοδα προβλέπει η Κομισιόν ότι θα επιφέρει η εφαρμογή της ρύθμισης των 120 δόσεων για χρέη προς τα Ταμεία. Στην έκθεσή της για την ελληνική οικονομία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει ειδική αναφορά στη νέα ρύθμιση, επισημαίνοντας ότι μπορεί η καινούργια διαδικασία να απευθύνεται κυρίως στους αυτοαπασχολούμενους, δεν έχει όμως γίνει οποιαδήποτε αξιολόγηση της βιωσιμότητας της αποπληρωμής του χρέους. Γι’ αυτό και είναι ιδιαίτερα επισφαλής η επιτυχία της.

Στο πλαίσιο αυτό γίνεται ξεχωριστή αναφορά και για το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ). Στην έκθεση τονίζεται ότι η είσπραξη τον φετινό Απρίλιο είναι μικρότερη από τον ίδιο μήνα πέρσι. Προτείνεται να γίνει καλύτερη η συνεργασία με τη φορολογική διοίκηση, ώστε να υπάρξει αποτελεσματικότερη εύρεση των φυσικών και των νομικών προσώπων, τα οποία έχουν συγκεντρώσει χρέος προς τα Ταμεία, το οποίο μπορεί να εισπραχθεί και να κινηθούν άμεσα οι προβλεπόμενες από το νόμο διαδικασίες (πχ λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης).

Επίσης, γίνεται ειδική μνεία για τις αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα και τονίζεται ότι η κυβέρνηση έλαβε μέτρα που καταργούν σημαντικές μεταρρυθμίσεις που είχαν ληφθεί την περίοδο 2012 – 2016 και ειδικότερα για τις συντάξεις χηρείας. Η χαλάρωση των μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων γι’ αυτές τις συντάξεις, σε συνδυασμό με τη χορήγηση της «13ης σύνταξης», εκτιμάται από την Κομισιόν ότι θα αυξήσουν τη συνταξιοδοτική δαπάνη. Το εκτιμώμενο δημοσιονομικό κόστος υπολογίζεται στο 0,5% του ΑΕΠ… Ως αποτέλεσμα, η έκθεση εκτιμά ότι θα μειωθούν οι κοινωνικές παροχές για τη νεολαία και για όσους βρίσκονται σε «εργάσιμη ηλικία», οι οποίοι διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας…

Για την αύξηση του κατώτατου μισθού, οι τεχνοκράτες της Κομισιόν παραδέχονται ότι τους πρώτους μήνες εφαρμογής του μέτρου (Φεβρουάριος – Απρίλιος) υπήρξε ισχυρή αύξηση της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, ενώ ταυτόχρονα υπήρξε εξίσου μεγάλη αύξηση των εγγεγραμμένων συμβάσεων.

Την ίδια στιγμή, η Κομισιόν διαπιστώνει ομαλή πορεία στην καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας. Τα στοιχεία από τους αυξημένους ελέγχους που διεξήχθησαν το 2018, δείχνουν μείωση του προβλήματος, ειδικά σε τομείς υψηλού κινδύνου.

Στην έκθεση εκφράζονται ερωτηματικά αναφορικά με την προώθηση του μέτρου του «βάσιμου λόγου» για περιπτώσεις απόλυσης. Μένει να φανεί στην πράξη, αν η νομοθέτησή του θα ενισχύσει τη νομιμότητα ή αν θα αυξήσει τη δουλειά στα αρμόδια δικαστήρια…

Επιπλέον, η Κομισιόν ζητά τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος για να υπάρξει αναστροφή του brain drain, δηλαδή, της μετανάστευσης στο εξωτερικό εξειδικευμένου εργατικού προσωπικού, αλλά και να περιοριστεί η μακροχρόνια ανεργία.

Η έκθεση διαπιστώνει τη μείωση της ανεργίας που συντελέστηκε από τον 20,9% που ήταν τον Δεκέμβριο του 2019, στο 18,6% τον Οκτώβριο του 2018. Η απασχόληση αυξήθηκε κατά 1,7% το 2018 και εκτιμάται ότι ανήλθε στο 2,4% τον Φεβρουάριο του νέου έτους. Η βελτίωση αυτή όμως, ζητείται από τους τεχνοκράτες της ΕΕ, να ελεγχθεί στο εξής: πώς θα κινηθεί σύμφωνα και με την επίδραση που θα προκύψει από την αύξηση του κατώτατου και την κατάργηση του υπό κατώτατου μισθού… Η εκτίμηση πάντως που υπάρχει είναι ότι έως το 2023 η αγορά εργασίας θα αναπτύσσεται με ρυθμούς κοντά στο 1% ετησίως (1,5% το 2019, 1,3% το 2020, 1% το 2021, 0,7% το 2022 και 0,7% το 2023). Αντίθετα, η ανεργία θα υποχωρεί χρόνο με τον χρόνο από το 18,2% φέτος, στο 16,8% το 2020, στο 15,9% το 2021, στο 14,9% το 2022 και στο 14,2% το 2023.

Σε ό,τι αφορά τα μέτρα που ανακοινώθηκαν στο Ζάππειο από την κυβέρνηση εκτιμάται ότι θα επιβαρύνουν με επιπλέον φορολογικό κόστος πάνω από 1% του ΑΕΠ στο εξής, αρχής γενομένης από το τρέχον έτος. Τονίζεται ξεκάθαρα στην έκθεση ότι η έγκριση αυτών των μέτρων θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος που έχει συμφωνηθεί (3,5% του ΑΕΠ).

Τέλος, η έκθεση της Κομισιόν δεν ασχολείται με τα μέτρα που έχει προτείνει η ελληνική κυβέρνηση να εφαρμόσει το 2020, καθώς αυτά θα νομοθετηθούν το φθινόπωρο του 2019. Η αξιολόγηση των δημοσιονομικών επιπτώσεων αυτών των μέτρων, θα κριθεί τότε…