Δικαστικές αποφάσεις και επανυπολογισμός συντάξεων – Καθ’ υπαγόρευση της κυβέρνησης η απόφαση του ΣτΕ

Η τελευταία απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) για τις συντάξεις περιέχει τέτοια στοιχεία, που με πλήρη αιτιολόγηση μπορεί να πει κανείς ότι είναι καθ’ υπαγόρευση της κυβέρνησης.

Του Γιάννη Δούκα*

Δεν γνωρίζουμε αν έχει ξαναγίνει, αλλά το ΣτΕ ακυρώνει τον εαυτό του και έρχεται με την απόφαση αυτή να δικαιώσει την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ που δεν εφάρμοσε απόφαση του ίδιου δικαστηρίου του 2015 που έκρινε τότε τις ίδιες ρυθμίσεις αντισυνταγματικές.

Το ΣτΕ τον Ιούνιο του 2015 έκρινε παράνομες τις ρυθμίσεις των νόμων 4051 και 4093, με τις οποίες επιβλήθηκαν πρόσθετες κρατήσεις σε κύριες και επικουρικές συντάξεις και καταργήθηκαν τελείως το επίδομα κανονικής άδειας και τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα. Η τότε κυβέρνηση έκανε την «πάπια» και για όλους όσοι ήταν συνταξιούχοι πριν το νόμο Κατρούγκαλου συνέχισε τις παρανομίες. Το ανώτατο δικαστήριο ήρθε με την τωρινή του απόφαση να δικαιώσει αυτή τη στάση και αποφάσισε ότι δεν οφείλονται αναδρομικά από τις παρανομίες αυτές. Πώς δικαιολογείται άραγε μια τέτοια απόφαση; Αν τα δικαστήρια ακυρώνουν τον ίδιο τους τον εαυτό, τι είναι αυτό που θα υποχρεώσει την εκάστοτε εξουσία να εφαρμόσει τις δικαστικές αποφάσεις;

Το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικό το νόμο Κατρούγκαλου σε ό,τι αφορά τον επανυπολογισμό των επικουρικών συντάξεων που σε άθροισμα μαζί με την κύρια σύνταξη ξεπερνούν τα 1.300 ευρώ. Σωστό. Πώς δικαιολογείται, όμως, ότι οι συνταξιούχοι στους οποίους με ανάλογες ρυθμίσεις το 2012 επιβλήθηκαν κρατήσεις με βάση το άθροισμα κύριας και επικουρικής -οι οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές από το ΣτΕ το 2015- δεν δικαιούνται αναδρομικά;

Αν τα δικαστήρια ακυρώνουν τον ίδιο τους τον εαυτό, τι είναι αυτό που θα υποχρεώσει την εκάστοτε εξουσία να εφαρμόσει τις δικαστικές αποφάσεις;

Το ΣτΕ έκρινε ότι είναι αντισυνταγματικό οι μισθωτοί να έχουν εισφορές 6,67% του μισθού τους και οι ελεύθεροι επαγγελματές και οι αγρότες να έχουν 20% όταν έγιναν οι προσφυγές και 13,33 σήμερα Στην απόφαση δεν υπάρχει το ότι για τους μισθωτούς υπάρχει και εργοδοτική εισφορά 13,33% και στο σύνολο είναι 20%. Τι θα σημάνει άραγε η προσαρμογή στις αποφάσεις του δικαστηρίου; Η χειρότερη εκδοχή είναι αυτή που έχει εξαγγείλει ήδη η κυβέρνηση για μείωση των εργοδοτικών εισφορών για τους μισθωτούς. Κάτι τέτοιο θα σημάνει και δραστική μείωση των συντάξεων. Μια άλλη εκδοχή είναι η μείωση των εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών και αγροτών που θα σημάνει ταυτόχρονα και μείωση της προσδοκόμενης σύνταξης και μια τρίτη είναι η μετακύλιση μέρους της εισφοράς αγροτών και ελεύθερων επαγγελματιών στο κοινωνικό σύνολο που χρησιμοποιεί τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους.

Το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικά τα ποσοστά αναπλήρωσης όσων έχουν πολλά χρόνια υπηρεσίας. Εμείς θα λέγαμε ότι τα ποσοστά αναπλήρωσης είναι μικρά για όλες τις κατηγορίες και χρειάζονται αναμόρφωση προς τα πάνω. Αναμένουμε τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Δεν αποκλείουμε, όμως, η κυβέρνηση εκμεταλλευόμενη την απόφαση του ΣτΕ να φέρει ρυθμίσεις που θα κρύβουν δυσάρεστες εκπλήξεις.

Τα παραπάνω με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επηρεάζουν τον επανυπολογισμό των συντάξεων στον οποίο η κυβέρνηση έρριξε τεράστιο επικοινωνιακό βάρος. Η επικοινωνιακή καταιγίδα όμως συνοδεύτηκε με μεγάλα προβλήματα.

Βασικό πρόβλημα είναι ότι στο εκκαθαριστικό του επανυπολογισμού δεν παρέχονται πλήρη στοιχεία ώστε να μπορεί ο καθένας να βγάλει ασφαλή συμπεράσματα. Δεν αναφέρονται, για παράδειγμα, τα ποσοστά αναπλήρωσης, καθώς και το πώς υπολογίστηκε ο συντάξιμος μισθός. Παρά ταύτα, μέχρι σήμερα έχουμε εντοπίσει μια σειρά από προβλήματα.

1. Το πρώτο που αφορά πολλές χιλιάδες συνταξιούχων έχει να κάνει με το λάθος υπολογισμό των ποσοστών αναπλήρωσης σε όσους κατέθεσαν αίτηση για σύνταξη στο ΙΚΑ και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν να εργάζονται. Για όλους αυτούς χρειάστηκε αργότερα πρόσθετη πράξη για να υπολογιστούν οι επιπλέον ημέρες ασφάλισης, πράγμα το οποίο για χιλιάδες συνταξιούχους -αν όχι για όλους- δεν λήφθηκε υπ’ όψη στον επανυπολογισμό.

2. Πρόβλημα με τα ποσοστά αναπλήρωσης υπάρχει και για όσους για οποιοδήποτε λόγο χρειάστηκε πρόσθετη πράξη μετά τη συνταξιοδότηση για αλλαγή του συντάξιμου μισθού και του ύψους της σύνταξης. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται όλοι όσοι προς το το τέλος του εργασιακού τους βίου για κάποιο λόγο αυξήθηκαν οι αποδοχές τους (π.χ. απόφαση δικαστηρίου για αύξηση των αποδοχών τους).

3. Παρόμοιο πρόβλημα ποσοστών αναπλήρωσης παρουσιάζεται στους συνταξιούχους που είχαν ασφαλιστικές εισφορές πάνω από 20% που είναι για το ΙΚΑ και που με βάση το νόμο δικαιούνται πρόσθετο ποσοστό αναπλήρωσης 0,075% για κάθε επιπλέον ποσοστιαία μονάδα εισφορών για κάθε έτος. Στην κατηγορία αυτοί εντάσσονται όσοι είχαν βαρέα και ανθυγιεινά και δεν έκαναν χρήση της ειδικής κατηγορίας των βαρέων, αλλά πήραν σύνταξη με τις κοινές διατάξεις, οι συνταξιούχοι που εργάζονταν σε αεροπορικές εταιρείες, οι συνταξιούχοι των πρώην ΔΕΚΟ και τραπεζών που είχαν αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές και οι μονοσυνταξιούχοι του ΤΣΑΥ και του ΤΣΜΕΔΕ.

4. Το ίδιο πρόβλημα παρουσιάζεται και στα πλασματικά χρόνια που χορηγήθηκαν στα πλαίσια εφαρμογής προγραμμάτων εθελούσιας εξόδου (π.χ. η μεγάλη εθελούσια του ΟΤΕ την περίοδο 2005 – 2006).

5. Τα οικογενειακά επιδόματα ενώ δεν έχουν καταργηθεί για τους παλιούς συνταξιούχους δεν υπάρχουν στον επανυπολογισμό των συντάξεων.

6. Δεν υπολογίστηκαν και μπήκαν στη γωνία όλες οι πράξεις που ήταν χειρόγραφες.

Τα παραπάνω στα οποία είναι πολύ πιθανό να προστεθούν και άλλα, οφείλονται αφ’ ενός σε σκοπιμότητες της κυβέρνησης και αφ’ ετέρου, στο ότι με ευθύνη όλων των κυβερνήσεων δεν υπάρχει ακόμη ψηφιοποίηση της ασφαλιστικής ιστορίας, στο ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ που ψήφισε τις ρυθμίσεις αυτές για τρία ολόκληρα χρόνια δεν φρόντισε να πάρει τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή τους και στο ότι η σημερινή κυβέρνηση στο βωμό της επικοινωνιακής καταιγίδας λειτούργησε τελείως ανεύθυνα και το όλο εγχείρημα του επανυπολογισμού καθίσταται αναξιόπιστο και προβληματικό. Αυτό θα φανεί πολύ σύντομα από τη βροχή των ενστάσεων που θα ακολουθήσει τις επόμενες μέρες και που δεν γνωρίζουμε το αν, το πότε και το πώς θα εξεταστούν.

Ο Γιάννης Δούκας είναι πρώην υποδιοικητής του ΙΚΑ–ΕΤΑΜ