Εκτός Ελλάδος οι εισφορές των εργαζομένων! – Τι κρύβουν οι αλλαγές στην επικουρική ασφάλιση

Η κυβέρνηση, εργάζεται πυρετωδώς με συγκεκριμένο «σχέδιο», ώστε από τις αρχές του νέου έτους, να ανοίξει και επίσημα η συζήτηση για το νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο. Πυλώνας του νέου σχεδίου νόμου, που ετοιμάζεται αυτές τις ημέρες, εντός και  κυρίως «εκτός» υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, είναι η ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης, για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας,  πιθανόν, από το 2021.

Γράφει ο Διονύσης Τεμπονέρας*

Διονύσης Τεμπονέρας, δικηγόρος-εργατολογος

Το νέο σύστημα, θα έχει κεφαλαιοποιητικό χαρακτήρα, για την επικουρική ασφάλιση, ενώ οι εργαζόμενοι, θα έχουν τη δυνατότητα, να επενδύουν τις εισφορές τους σε προϊόντα της κεφαλαιαγοράς υψηλού, χαμηλού και μεσαίου ρίσκου.

Οι διαχειριστές- πάροχοι, που θα «συνδέουν» τους ασφαλισμένους, με τις χρηματαγορές, κατά κανόνα θα είναι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες. Οι τελευταίες, θα τίθενται υπό την εποπτεία ενός δημόσιου φορέα(πιθανόν της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς) και θα εκτελούν τα συμβόλαια, που τους έχουν ανατεθεί, από τους ασφαλισμένους.

Στην κατεύθυνση αυτή και προκειμένου να δημιουργηθεί ο αναγκαίος οικονομικός «χώρος», για το νέο σύστημα, η κυβέρνηση, μέσα σε λίγους μήνες, μείωσε τις ασφαλιστικές εισφορές κατά 3,9%.

Το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης είναι ότι, η μετατροπή του συστήματος από αναδιανεμητικό σε κεφαλαιοποιητικό, θα απελευθερώσει κεφάλαια ύψους 100 δισ. ευρώ, που  θα επενδυθούν στην ελληνική οικονομία.

Σύμφωνα με την κυβέρνηση, τα 100 δισ. ευρώ, θα πέσουν στην ελληνική αγορά, η οποία θα ενισχυθεί σημαντικά και θα οδηγηθεί σε αυξημένους ρυθμούς ανάπτυξης, μέσω  της εισροής νέων κεφαλαίων.

Η κυβέρνηση ουσιαστικά επιχειρεί μια επιστροφή στο 1950. Θυμίζουμε ότι την 30η Δεκεμβρίου 1950 δημοσιεύτηκε ο υπ’ αριθ. 1611 Αναγκαστικός Νόμος, που καθόριζε ότι από την 1η Ιανουαρίου 1951 «όλα τα επενδυόμενα υπό μορφή εντόκου καταθέσεως κεφάλαια των Ασφαλιστικών Ταμείων παρακατατίθενται υποχρεωτικώς εις την Τράπεζαν της Ελλάδος» (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 11ης Μαρτίου 1951). Οι όροι της κατάθεσης, ήταν δυσμενείς για τα Ασφαλιστικά Ταμεία. Ένα μέρος από τα κατατεθειμένα χρήματά τους, θα ήταν άτοκο, ενώ το υπόλοιπο τοκιζόταν με 6%. Η Τράπεζα της Ελλάδας, θα παραχωρούσε τα χρήματα αυτά στις εμπορικές τράπεζες και αυτές με τη σειρά τους, θα τα δάνειζαν σε βιομήχανους, σε εμπόρους και άλλους επιχειρηματίες με πολύ υψηλότερο τόκο. Έτσι σκόπευε, η τότε κυβέρνηση, να χρησιμοποιήσει τις εισφορές των εργαζομένων για τη «μεγέθυνση» της ελληνικής οικονομίας. Τα αποτελέσματα της τακτικής αυτής, είναι λίγο πολύ γνωστά, αφού τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων «εξαϋλώθηκαν».

Σίγουρα, πάντως, το 2020 δεν είναι 1950, μπορεί να υποστηρίξει κανείς. Και όντως έτσι είναι.

Τότε δεν υπήρχε ένα διεθνοποιημένο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον και ενδεχομένως ορισμένα αποθεματικά, να συνέβαλαν στην ανάπτυξη λίγων ελληνικών επιχειρήσεων, δια της ευκολότερης  πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό.

Οι εργαζόμενοι θα μετατραπούν σε ένα μεγάλο ΑΤΜ για τις ξένες πολυεθνικές ασφαλιστικές εταιρίες, που θα αντλούν κεφάλαια από τον ιδρώτα των εργαζομένων, με μηδενικό για εκείνες ρίσκο, αφού αυτό θα βαρύνει τον ασφαλισμένο-επενδυτή

Δυστυχώς τα πράγματα σήμερα είναι πολύ χειρότερα. Δεν είναι μόνο ότι η χρηματοπιστωτική κρίση απέδειξε ότι οι κίνδυνοι για τα Ταμεία είναι απρόβλεπτοι. Σημαντικό στοιχείο, που καταρρίπτει το επιχείρημα ότι τα κεφάλαια αυτά θα παραμείνουν στην Ελλάδα είναι ο αφελληνισμός της ασφαλιστικής αγοράς:

Έτσι, σε περίπτωση, που η Εθνική Τράπεζα αποφασίσει τελικά να πουλήσει τη θυγατρική της εταιρεία του κλάδου στο fund CVC, η εγχώρια ασφαλιστική αγορά θα περάσει οριστικά, στα χέρια των ξένων πολυεθνικών ομίλων.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η μεγαλύτερη ελληνική εταιρεία θα καταστεί η Ευρωπαϊκή Πίστη, με μερίδιο αγοράς, μόλις στο 5,5%.

Ομοίως ο κλάδος ζωής είναι συγκεντρωμένος σε μικρό αριθμό εταιρειών, με την Εθνική να κατέχει ηγετική θέση, έχοντας μερίδιο που υπερβαίνει ελαφρά το 20%. Οι αμέσως επόμενες ελληνικές παρουσίες είναι αυτές της Ευρωπαϊκής Πίστης και της Alpha Life, οι οποίες αθροιστικά δεν φαίνεται να υπερβαίνουν το 7% (η Ευρωπαϊκή Πίστη κατέχει πολύ μεγαλύτερο μερίδιο στους γενικούς κλάδους). Αντίθετα, υψηλότερες παραγωγές επιτυγχάνουν εταιρείες που ελέγχονται από ξένους μετόχους, όπως ηEurolife, η NN Hellas, η MetLife, η Interamerican, η Generali, η Allianz και η AXA κλπ.

Στις γενικές ασφαλίσεις, η συγκέντρωση του κλάδου είναι σήμερα σαφώς χαμηλότερη, με σημαντική συμμετοχή ελληνικών εταιρειών και με την Εθνική να ελέγχει ένα ποσοστό κοντά στο 10%. Αναμφίβολα, η πώληση της Εθνικής θα δώσει και σ’ αυτό το μέτωπο, τον πρώτο λόγο στις ξένες εταιρείες.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεδομένου ότι το κοινοτικό πλαίσιο είναι ιδιαίτερα αυστηρό και απαγορεύει τους περιορισμούς στην ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, ότι οι εισφορές των εργαζομένων της χώρας μας, κάλλιστα θα μπορούν να επενδυθούν, για παράδειγμα στην γερμανική οικονομία, δίχως το παραμικρό όφελος για την  αντίστοιχη ελληνική.

Οι εργαζόμενοι, θα μετατραπούν σε ένα μεγάλο ΑΤΜ για τις ξένες πολυεθνικές ασφαλιστικές εταιρίες, που θα αντλούν κεφάλαια από τον ιδρώτα των εργαζομένων, με μηδενικό για εκείνες ρίσκο, αφού αυτό θα βαρύνει τον ασφαλισμένο-επενδυτή. Το κέρδος της «επένδυσης» θα το εισπράττουν οι ίδιες, ενώ η όποια απώλεια θα βαραίνει τον ασφαλισμένο. Οι δήθεν «επενδύσεις» μάλιστα, θα ταξιδεύον ενδεχομένως, σε διάφορους φορολογικούς «παραδείσους».

Η πολιτική αυτή, κρύβει μόνο κινδύνους για τους εργαζόμενους, αλλά και για την ίδια την ελληνική οικονομία συνολικά.

* Ο Διονύσης Τεμπονέρας είναι δικηγόρος-εργατολογος