Η εργασία εντός πεδίου βολής

Στον καιρό της κρίσης τα μαχαίρια γίνονται πιο κοφτερά. Αυτό έρχεται να μας υπενθυμίσει μια κόντρα που κρατάει από παλιά, αλλά τα τελευταία χρόνια παίρνει διαστάσεις… ζωής και θανάτου.

Του Χρήστου Πραμαντιώτη

Για την αντίθεση μεγάλων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων ο λόγος, που εσχάτως βρίσκει όλο και ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, καθ’ ότι οι μικρομεσαίοι αισθάνονται να σβήνουν και οι μεγάλοι αναζητούν ευκαιρίες για να αποσπάσουν μερίδια. Μέχρι εδώ καλά, αυτά είναι γνωστά. Όταν όμως η συζήτηση αρχίζει να βάζει εντός πεδίου βολής τον κόσμο της εργασίας, τότε είναι που γίνεται πολύ συγκεκριμένη.

Το θέμα έθιξε για άλλη μία φορά, αλλά πλέον με ιδιαίτερη ένταση και χωρίς περιστροφές, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών – ΣΕΒ. Στο Συνέδριο που οργάνωσε ο Σύνδεσμος, με τίτλο «Το μέλλον της εργασίας μετά το Μνημόνιο», ο Θεόδωρος Φέσσας ανέφερε ότι όσο μεγαλύτερη είναι μία επιχείρηση, τόσο μεγαλύτερες δυνατότητες έχει να πληρώνει υψηλότερους μισθούς και να προσφέρει ποιοτικότερες θέσεις εργασίας. «Με στοιχεία του 2015, σε σύνολο 812.777 επιχειρήσεων, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (με λιγότερο από 10 μισθωτούς) ήταν 787.920 και είχαν κατά μέσο όρο 1,4 υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης η καθεμία. Μέσος όρος αποδοχών, όπως τα μετράει το ΙΚΑ: 763 €. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις ήταν μόνο 24.857 (εκ των οποίων μόλις 391 άνω των 250 ατόμων). Αυτές κατά μέσο όρο απασχολούσαν 35,5 άτομα και πλήρωναν 1.285 ευρώ το μήνα, 69% περισσότερο κατά μέσο όρο».

Αυτοί οι αριθμοί, λέει ο πρόεδρος του ΣΕΒ, «δείχνουν ότι έχουμε υπερσυγκέντρωση πολύ μικρών επιχειρήσεων στην ελληνική οικονομία που πληρώνουν χαμηλούς μισθούς. Και δεύτερον, ότι για να εξαφανίσουμε την ανεργία του ενός εκατομμυρίου συμπολιτών μας και να γίνουμε ταυτόχρονα μια κανονική οικονομία αντίστοιχη των δυτικοευρωπαϊκών, θα χρειαζόμασταν, σε συνθήκες εργαστηρίου, περίπου 15.000 νέες μεσαίες επιχειρήσεις των 50 εργαζομένων και άλλες 1.000 μεγάλες επιχειρήσεις των 250 εργαζομένων και όχι 2 επιπλέον εργαζομένους σε 500.000 επιχειρήσεις».

Η λογική των αριθμών είναι αμείλικτη, όμως δεν λέει πάντα όλη την αλήθεια και η πραγματικότητα των μισθών είναι λίγο πεισματάρα αν προσπαθήσει κανείς να την εντοπίσει στους μισθούς των 530 ευρώ που λαμβάνουν π.χ. μερικές χιλιάδες εργαζόμενοι (5ωροι) στις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ – καθ’ ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν κυρίως τα 1.285 ευρώ το μήνα. Επιπλέον, ακόμη κι αν υποθετικά η συγκέντρωση της επιχειρηματικότητας εξαφάνιζε στην Ελλάδα τους «μικρούς», πώς θα μειωθεί δραστικά «η ανεργία του ενός εκατομμυρίου συμπολιτών μας», αν στη στρατιά των ανέργων προστεθούν και οι εκατοντάδες χιλιάδες ιδιοκτήτες των μικρών επιχειρήσεων που θα βάλουν λουκέτο για «να γίνουμε μια κανονική οικονομία»;

Οι θέσεις του ΣΕΒ, διατυπωμένες και παλαιότερα, βρίσκουν αντίσταση από τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα – η οποία ομοίως επικαλείται τις ανάγκες της εργασίας. Στο ίδιο Συνέδριο του ΣΕΒ, ο πρόεδρος της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ), Βασίλης Κορκίδης, πήγε εξίσου τεκμηριωμένος: «Η συμμετοχή των πολύ μικρών “micro” επιχειρήσεων το 2017 στο σύνολο της οικονομίας είναι 56,5% και στο εμπόριο είναι 68,6% και, το σημαντικότερο, με το μικρότερο ποσοστό ελαστικών μορφών εργασίας» επισήμανε ο κ. Κορκίδης για να υπογραμμίσει τελικά «τη σημασία και τις ιδιαιτερότητες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τον ρόλο που διαδραματίζουν στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό». Ευρισκόμενη σε άλλο μήκος κύματος, η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα αντιτίθεται στην ολοκληρωτική σύνθλιψή της, σε αυτό δηλαδή που έχει ονομαστεί «δημιουργική καταστροφή», η οποία εικάζεται ότι θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ο κ. Κορκίδης… θύμωσε: «Μήπως, τελικά, αυτό που υπονοείται είναι να εδραιωθεί ένα πλαίσιο ρύθμισης πιο κοντά στις ανάγκες του ΣΕΒ και εις βάρος των υπολοίπων; Ας μη βαπτίζεται “οικονομική ελευθερία” ο δίχως ηθικά όρια ανταγωνισμός και η καταστροφή των λοιπών οικονομικών δρώντων».

Σε μια χώρα που μαραζώνει, που πουλάει «τα ασημικά», που διώχνει τα νιάτα της, που ο πληθυσμός της έχει χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια του και που, παρά την αισιοδοξία της κυβέρνησης, αδυνατεί να δει το φως στο τούνελ, είναι αμφίβολο αν το Συνέδριο για «Το μέλλον της εργασίας μετά το Μνημόνιο» μπόρεσε να ανοίξει μια χαραμάδα παραγωγικής συζήτησης.

Γιατί; Απλούστατα διότι ξεκινάει χωρίς τα απαραίτητα προαπαιτούμενα. Διότι πριν να θέσει στο τραπέζι κάθε πλευρά τις στοχεύσεις της, οφείλει να δει πού βρισκόμαστε σήμερα. Να σκεφτεί αν το χαμηλό κόστος και οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης μπορούν να είναι η απάντηση στην ελληνική κρίση ή αν αντίθετα η τόνωση της ζήτησης μπορεί να βάλει τη μηχανή να δουλέψει και πάλι. Να ασχοληθεί με το παραγωγικό πρότυπο που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα, όχι με βάση τις επιθυμίες, αλλά με βάση τις ανάγκες και τις δυνατότητες. Να μελετήσει το δυναμισμό που παρουσιάζουν τομείς, κλάδοι και επαγγέλματα. Και υπό αυτό το πρίσμα να δει και τον γαλαξία των μικρών επιχειρήσεων που έχει η Ελλάδα. Δεν μπορεί να τρέξει κανείς να συναντήσει την… 4η βιομηχανική επανάσταση αν δεν θέλει να συζητήσει τα απλά…