«Λυτρώνει» τους δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Μια απόφαση «σταθμό» στις υποθέσεις δανείων ελβετικού φράγκου εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), το Σεπτέμβριο του 2018, κρίνοντας ότι ο καταχρηστικός χαρακτήρας ασαφούς συμβατικής ρήτρας, βάσει της οποίας ο δανειολήπτης επωμίζεται το συναλλαγματικό κίνδυνο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, καθώς αντίκειται στις νομοθετικές διατάξεις, όπως αυτές διατυπώνονται στην Οδηγία 93/13 ΕΚ.

Γράφει η Ερμιόνη Τζιρίδου*

Συνεπώς, στις περιπτώσεις που η ρήτρα δεν είναι διατυπωμένη στη σύμβαση κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, το εθνικό δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εξετάσει κατά πόσο η ρήτρα αυτή είναι καταχρηστική και μη δεσμευτική για τον καταναλωτή.

Το ΔΕΕ υπογραμμίζει ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση, έτσι ώστε αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις.

Αυτό σημαίνει ότι οι όροι της σύμβασης πρέπει να είναι κατανοητοί, τόσο γραμματικά όσο και ως προς το περιεχόμενό τους, προκειμένου ο μέσος καταναλωτής να είναι σε θέση, αφενός να συνομολογεί δάνειο σε ξένο νόμισμα, γνωρίζοντας το ενδεχόμενο υποτίμησης του εθνικού νομίσματος έναντι του ξένου και αφετέρου, να αξιολογεί τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες που θα έχει τέτοιος συμβατικός όρος στις οικονομικές του υποχρεώσεις.

Το ιστορικό της υπόθεσης

Το Φεβρουάριο του 2008, η Teréz Ilyés και ο Emil Kiss συνήψαν με ουγγρική τράπεζα πιστωτική σύμβαση με σκοπό τη χορήγηση δανείου σε ελβετικά φράγκα. Η σύμβαση προέβλεπε ότι οι μηνιαίες δόσεις έπρεπε να καταβάλλονται σε ουγγρικά φιορίνια, ενώ το ποσό αυτών των μηνιαίων δόσεων υπολογιζόταν με βάση την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ του ουγγρικού φιορινιού και του ελβετικού φράγκου. Στη συνέχεια, η συναλλαγματική ισοτιμία μεταβλήθηκε σημαντικά, σε βάρος των δανειοληπτών, αυξάνοντας σε μεγάλο βαθμό το ποσό των μηνιαίων δόσεών τους.

Το Μάιο του 2013, η Teréz Ilyés και ο Emil Kiss προσέφυγαν στην ουγγρική δικαιοσύνη κατά των ΟTP Bank και ΟTP Factοring, δύο εταιριών στις οποίες είχαν εκχωρηθεί οι απαιτήσεις από τη σύμβαση δανείου.


Πλέον, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση, προκειμένου να γίνεται πλήρως κατανοητός ο συναλλαγματικός κίνδυνος, ενώ τα εθνικά δικαστήρια θα μπορούν αυτεπαγγέλτως να κρίνουν κατά πόσο υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες σε τέτοιου είδους συμβάσεις

Το αίτημα των δανειοληπτών ήταν η ακύρωση της σύμβασης δανείου που είχαν συνάψει, καθώς πέραν των καταχρηστικών ρητρών, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν και να εκτιμήσουν το μέγεθος του κινδύνου που επωμίζονταν, λόγω της ασαφούς διατύπωσης της συμβατικής ρήτρας που αφορούσε στη γνωστοποίηση κινδύνου την οποία και υπέγραψαν. Από την άλλη πλευρά, η τράπεζα άσκησε αγωγή κατά των δανειοληπτών για μη εκτέλεση της σύμβασης και ισχυρίστηκαν ότι εκπληρώθηκε πλήρως η ενημέρωση όσον αφορά στο συναλλαγματικό κίνδυνο, εκ μέρους τους.

Ωστόσο, παρόλο που ένα χρόνο αργότερα η Ουγγαρία θέσπισε εθνικούς νόμους με σκοπό την εξισορρόπηση της κατάστασης που δημιουργήθηκε, ο συναλλαγματικός κίνδυνος εξακολουθούσε να βαρύνει τον καταναλωτή σε περίπτωση υποτίμησης του εθνικού νομίσματος έναντι του ελβετικού φράγκου.

Τρία χρόνια αργότερα, ενώ το Πρωτόδικο Δικαστήριο της Ουγγαρίας δέχθηκε την αγωγή των δανειοληπτών και έκρινε ότι το υπόλοιπο της οφειλής έπρεπε να μετατραπεί από ελβετικά φράγκα σε ουγγρικά φιορίνια, η τράπεζα άσκησε έφεση κι έτσι, το Ανώτατο Δικαστήριο της Βουδαπέστης ζήτησε από το ΔΕΕ να διευκρινίσει εάν το ίδιο το ουγγρικό δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας, εφόσον αυτή δεν έχει συνταχθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.

Η απόφαση

Το ΔΕΕ στην απόφασή του, υπενθυμίζει ότι, κατ’ αρχήν, οι συμβατικές ρήτρες που απηχούν νομοθετικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ευλόγως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 93/13, καθώς ο εθνικός νομοθέτης έχει προβεί στην εξισορρόπηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών της σύμβασης. Ωστόσο, δεν ισχύει το ίδιο στη περίπτωση που άλλη ρήτρα, και εν προκειμένω η ρήτρα περί του συναλλαγματικού κινδύνου, η οποία δεν προβλέπεται από νομοθετικές διατάξεις, επίσης δεν εμπίπτει, στο σύνολό της, στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας. Επομένως, ο καταχρηστικός χαρακτήρας της εν λόγω ρήτρας μπορεί να εξεταστεί από το εθνικό δικαστήριο, στο βαθμό που εκείνο κρίνει ότι η ρήτρα δεν διατυπώθηκε κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.

Επιπρόσθετα, το ΔΕΕ επιβεβαίωσε ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αντί του καταναλωτή, τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα άλλων συμβατικών ρητρών, εκτός της ρήτρας που αφορά στο συναλλαγματικό κίνδυνο, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα νομικά και πραγματικά στοιχεία.

Εν κατακλείδι, η σημαντικότητα αυτής της απόφασης έγκειται στο γεγονός ότι, πλέον, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση, προκειμένου να γίνεται πλήρως κατανοητός ο συναλλαγματικός κίνδυνος και στο γεγονός ότι τα εθνικά δικαστήρια θα μπορούν αυτεπαγγέλτως να κρίνουν κατά πόσο υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες σε τέτοιου είδους συμβάσεις, λαμβάνοντας υπόψη την εθνική αλλά και την ευρωπαϊκή νομοθεσία, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση του νόμου προς προστασία και των δύο μερών.

*Η Ερμιόνη Τζιρίδου είναι δικηγόρος