Ευχολόγια Μητσοτάκη για αυξήσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα – Σκληρή απάντηση ΣΥΡΙΖΑ

Με παραίνεση προς τις επιχειρήσεις να αυξήσουν τους μισθούς των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, επεδίωξε χθες ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης να εκφράσει την στήριξή του, σε εκείνη την ομάδα πολιτών που έχει πληγεί περισσότερο από την ακρίβεια, λόγω πληθωρισμού. Ως αποτέλεσμα δόθηκε σκληρή απάντηση από τον ΣΥΡΙΖΑ, που επισήμανε ότι δεν μπορεί να μιλάει για καλύτερους μισθούς ο πρωθυπουργός που διέλυσε τις εργασιακές σχέσεις «υπονόμευσε τις κλαδικές συμβάσεις και επέβαλλε την ελαστική φθηνή εργασία».

Πιο αναλυτικά, στην συνέντευξη τύπου που παραχώρησε χθες για ζητήματα που αφορούν την οικονομία και την αγορά εργασίας, ο κ. Μητσοτάκης παραδέχτηκε ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού, που προγραμματίζει να πραγματοποιήσει η Κυβέρνηση την 1η Απριλίου, δεν αφορά τρεις στους τέσσερις εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Εκτίμησε δε ότι «εκ των πραγμάτων συμπαρασύρονται και οι υπόλοιποι μισθοί», μετά την αύξηση που θα γίνει στις βασικές αποδοχές την οποία χαρακτήρισε «σημαντική», αποφεύγοντας πάντως να αναφερθεί σε συγκεκριμένα ποσά. Υπενθυμίζεται ότι σήμερα, ο κατώτατος μισθός στον ιδιωτικό τομέα είναι 713 ευρώ μικτές αποδοχές. Με την αύξηση που προγραμματίζεται, μετά και τις γνωμοδοτήσεις των εκπροσώπων εργοδοτών και εργαζομένων, οι βασικές αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα, είναι πιθανό να κυμανθούν από 750 – 780 ευρώ, μικτά.

Ερωτηθείς ειδικά όμως για τις κλαδικές συμβάσεις ο πρωθυπουργός παραδέχτηκε ότι στην χώρα μας «δεν υπάρχει κουλτούρα συλλογικών διαπραγματεύσεων». Ανέφερε μάλιστα ως παράδειγμα τον τουρισμό όπου έχει υπογραφεί συλλογική σύμβαση εργασίας, θέλοντας να δείξει ότι κάτι ανάλογο πρέπει να πράξουν και οι υπόλοιποι κλάδοι της οικονομίας. Έσπευσε δε να τονίσει ότι η Κυβέρνηση ενθαρρύνει τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε εργαζόμενους και εργοδότες, ώστε να αυξηθούν οι μισθοί.  

Δημόσιοι υπάλληλοι – αυξήσεις

Εκτός όμως από τον ιδιωτικό τομέα, υπάρχουν και οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο, που επίσης καλούνται να αντιμετωπίσουν τις επιβαρύνσεις που προκαλεί η ακρίβεια με τις ανατιμήσεις σε είδη πρώτης ανάγκης, όπως είναι τα τρόφιμα. Σε σχετικό ερώτημα που τέθηκε, ο πρωθυπουργός προσδιόρισε ότι οι αυξήσεις για τους δημόσιους υπαλλήλους θα πραγματοποιηθούν την 1.1.2024. Τότε θα είναι έτοιμο το νέο ενιαίο μισθολόγιο για τον δημόσιο τομέα. Υπογράμμισε όμως ότι ισχύει ήδη η διαδικασία για την καταβολή πριμ παραγωγικότητας, ενώ δόθηκε αύξηση 10% στους γιατρούς.

Ξενογιαννακοπούλου: Ανεπαρκείς οι ανακοινώσεις Μητσοτάκη

Απαντώντας στις πρωθυπουργικές εξαγγελίες, η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και τομεάρχης Εργασίας του κόμματος, Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου, χαρακτήρισε «ανούσια» την συνέντευξη Μητσοτάκη. «Μέσα από την αγωνία του για την έκρηξη της ακρίβειας – ιδιαίτερα στα είδη πρώτης ανάγκης που από την αρχή του έτους έχει ξεπεράσει το 20% – προσπαθεί με τετριμμένα επιχειρήματα να αιτιολογήσει μία πολιτική που δεν φέρνει αποτελέσματα, αλλά ανατροφοδοτεί την κρίση. Μία πολιτική που επιδοτεί την αισχροκέρδεια στην ενέργεια. Μία πολιτική που αρνείται, και το ακούσαμε πάλι στη συνέντευξη, το αυτονόητο, τη μείωση του ΦΠΑ στα είδη πρώτης ανάγκης.Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αρκείται στο “καλάθι του νοικοκυριού”, το οποίο είναι “καλάθι του εμπαιγμού” και το περίφημο “market pass”, που και οι ίδιοι οι πολίτες έχουν αποδοκιμάσει». Ειδικά για τον κατώτατο μισθό, η κυρία Ξενογιαννακοπούλου χαρακτήρισε «προεκλογική και ανεπαρκή» την ανακοίνωση για αύξησή του, ειδικά όταν «οι εργαζόμενοι έχουν χάσει πάνω από 20% της αγοραστικής τους δύναμης και ένα ζευγάρι εργαζομένων των 800 ευρώ, έχει χάσει το 40% της αγοραστικής του δύναμης». «Η κυβέρνηση ούτε τους μισθούς στηρίζει, ούτε κάνει τις αναγκαίες παρεμβάσεις προκειμένου να μειώσει τους έμμεσους φόρους, ούτε πραγματοποιεί τους απαιτούμενους ελέγχους για την αισχροκέρδεια στην αγορά.Με το νόμο Χατζηδάκη έχουν διαλυθεί οι εργασιακές σχέσεις, έχουν υπονομευθεί πλήρως οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, υπάρχει δραματική μείωση των κλαδικών συμβάσεων, βρίσκονται στοιβαγμένες στο γραφείο του κ. Χατζηδάκη και δεν υπογράφονται.Υπάρχει αρνητική αντιστροφή στις νέες προσλήψεις. Από τον περασμένο Ιούνιο και μετά, είναι κατά 53% θέσεις μερικής απασχόλησης και συνεχώς μειώνονται οι θέσεις πλήρους απασχόλησης. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής φθηνής ελαστικής εργασίας που δεν μπορεί να είναι το μέλλον.»