Μερική απασχόληση και χαμηλοί μισθοί «βάζουν φρένο» στην αγορά εργασίας

Η μείωση της ανεργίας (13,9% τον Αύγουστο για πρώτη φορά μετά από 11 χρόνια), δεν αρκεί από μόνη της για να αντιστρέψει το δυσάρεστο κλίμα που επικρατεί στην αγορά εργασίας. Το γεγονός ότι το ποσοστό ανεργίας της χώρας έπεσε κάτω από το «ψυχολογικό όριο» του 14%, δεν αλλάζει προς το καλύτερο την κατάσταση. Ο λόγος είναι ότι τα επιμέρους στοιχεία της αγοράς εργασίας, δεν επιτρέπουν ούτε εφησυχασμό ούτε πανηγυρισμούς.

Αναλύοντας λίγο περισσότερο, τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ, τον ΟΑΕΔ και την ΕΡΓΑΝΗ, διαπιστώνεται ότι η ελληνική αγορά εργασίας, «μαστίζεται» από μερική απασχόληση, άρα και από χαμηλούς μισθούς. Αυτό σημαίνει ότι οι «φτωχοί εργαζόμενοι» δημιουργούν νέους κινδύνους, που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Πιο συγκεκριμένα, τα στοιχεία δείχνουν ότι:

  • Οι άνεργοι, παραμένουν αυξημένοι, καθώς σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2019 (προ υγειονομικής κρίσης), όταν εγγεγραμμένοι ήταν 913.282, φέτος είναι κατά 34.010 περισσότεροι.
  • Οι μακροχρόνια άνεργοι, δηλαδή όσοι βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας για τουλάχιστον ένα έτος, ανήλθαν στις 574.262 και αποτελούν περίπου το 61% του συνόλου των εγγεγραμμένων στον ΟΑΕΔ. Το στοιχείο αυτό αποτελεί ένα μόνιμο και άλυτο κοινωνικό  πρόβλημα,  κατά τα έτη της οικονομικής κρίσης.
  • Μειωμένοι καταγράφονται οι επιδοτούμενοι άνεργοι, οι οποίοι δεν ξεπέρασαν φέτος τον Σεπτέμβριο τις 137.197 και μόλις ένας στους έξι ανέργους επιδοτείται. Αριθμός μικρότερος κατά 24.073 (-14,93%),  σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2020.
  • Αυξάνονται δραματικά οι φτωχοί εργαζόμενοι. Ένας στους τρεις, λαμβάνει μηνιαίο μισθό 543 ευρώ μεικτά, δηλαδή 440 ευρώ καθαρά. Μάλιστα, το ποσό αυτό, δεν αποτελεί το κατώτατο όριο, αλλά τον μέσο μισθό με μερική απασχόληση.
  • Η μερική απασχόληση και οι ευέλικτες μορφές εργασίας, γενικότερα, εμφανίζουν σταθερά αυξητική τάση. Από τα 2.105.783 ασφαλισμένους στον ιδιωτικό τομέα, το 1.348.817 εργάζεται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ενώ περίπου 790.000 με μερική.
  • Οι νέες προσλήψεις αφορούν σε ποσοστό τουλάχιστον 52%, ευέλικτες μορφές εργασίας, με αποδοχές που υπολείπονται ακόμα και του κατώτατου μισθού.