Προστατεύεται η έγκυος εργαζόμενη αν το παιδί γεννηθεί νεκρό;

Γιάννης Καρούζος, δικηγόρος – εργατολόγος

Η γυναίκα εργαζόμενη, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσο και για μερικούς μήνες μετά τον τοκετό, απολαμβάνει αυξημένη προστασία των εργασιακών της δικαιωμάτων.

Γράφει ο Γιάννης Καρούζος*

Κατ’ αρχήν, η έγκυος εργαζόμενη δικαιούται συνολική άδεια μητρότητας 17 εβδομάδων, από τις οποίες οι 9 εβδομάδες χορηγούνται μετά τον τοκετό. Κατά τη διάρκεια του διαστήματος αυτού, καταβάλλεται και το επίδομα μητρότητας, από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα.

Επιπροσθέτως, απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εργαζόμενης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, αλλά και για 18 μήνες μετά τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Αν μάλιστα υπάρχει τέτοιος λόγος, ο οποίος δε δύναται σε καμία περίπτωση να αφορά στην εγκυμοσύνη, πρέπει η καταγγελία της σύμβασης να αιτιολογείται δεόντως. Σε κάθε περίπτωση, η κρίση αν ένα περιστατικό αποτελεί σπουδαίο λόγο ή όχι, ανήκει στο δικαστήριο.

Δεδομένου ότι ο νόμος δεν προβαίνει σε διάκριση ως προς το αν το τέκνο γεννήθηκε ζωντανό ή νεκρό, μπορούμε ευλόγως να θεωρήσουμε, ότι ο νομοθέτης δε θέλησε να συνδέσει το γεγονός αυτό με την προστασία της μητέρας. Όπως υποστηρίζεται πλέον νομολογιακά, ο νόμος εστιάζει στην προστασία της γυναίκας, η οποία εισήλθε στη διαδικασία της εγκυμοσύνης, με αποτέλεσμα τον τοκετό. Έτσι, λοιπόν, έχει κριθεί από τον Άρειο Πάγο, ότι η γυναίκα που υπεβλήθη σε τοκετό, ενώ το έμβρυο ήταν ήδη νεκρό, προστατεύεται κανονικά από την απόλυση για 18 μήνες μετά τον τοκετό, με αποτέλεσμα την ακυρότητα της απόλυσής της και την συνεπαγόμενη επέλευση του εργοδότη σε κατάσταση υπερημερίας.

Επιπλέον, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, με γνωμοδότησή του, αποσαφήνισε ότι η προστασία της μητρότητας αποσκοπεί, κατ’ αρχήν, στην προστασία της μητέρας, και δευτερευόντως στη φροντίδα του παιδιού, αποσυνδέοντας έτσι τις παροχές της μητρότητας από το νεογνό. Ανέφερε εν συνεχεία ότι, «εφόσον, σύμφωνα με βεβαίωση ειδικού γιατρού (μαιευτήρα) έχει υπάρξει τοκετός, τότε: α) η εργαζόμενη της οποίας το έμβρυο γεννήθηκε νεκρό δικαιούται να λάβει άδεια λοχείας, β) η άδεια λοχείας δε διακόπτεται εάν κατά τη διάρκειά της το νεογνό πεθάνει και γ) στις δύο ως άνω περιπτώσεις, όσο διαρκεί η άδεια λοχείας, η εργαζόμενη δικαιούται να λαμβάνει το επίδομα μητρότητας».

Η ανωτέρω άποψη, η οποία είναι και η κρατούσα, στηρίζεται στο γεγονός ότι ο γυναικείος οργανισμός, μετά από την εγκυμοσύνη, έχει ανάγκη την πάροδο ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος, για την επάνοδο στη φυσιολογική του λειτουργία. Ο οργανισμός της γυναίκας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους στην υπ’ αριθμ. 194/2005 γνωμοδότησή του, μετά τον τοκετό, χρειάζεται τουλάχιστον οκτώ εβδομάδες για να ανακάμψει και να επανέλθει σωματικά, καθώς επίσης και ψυχολογικά. Αυτή η ανάγκη είναι κοινή τόσο για την τέκουσα της οποίας το τέκνο γεννήθηκε ζωντανό, όσο και για εκείνη της οποίας το τέκνο γεννήθηκε νεκρό, καθώς ουσιώδες στοιχείο είναι η ύπαρξη τοκετού. Ο νόμος δε θέτει καμία περαιτέρω προϋπόθεση, ώστε η κατεύθυνση της νομολογίας, είναι πλέον σαφής. Εφόσον, ο τοκετός βεβαιώνεται από ειδικό ιατρό, η γυναίκα δικαιούται όλες ανεξαιρέτως τις παροχές προστασίας της μητρότητας, ήτοι την προστασία από την απόλυση, την άδεια λοχείας και το αντίστοιχο επίδομα.

Βάσει των ανωτέρω, καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι οι παροχές της μητρότητας, αποβλέπουν πρωτίστως στην προστασία της μητέρας, και όχι του τέκνου. Η άδεια και το επίδομα λοχείας, αποβλέπουν στην ανάκαμψη της γυναίκας, μετά τον κλονισμό της υγείας της και την εξάντληση που επιφέρει η εγκυμοσύνη. Είναι δε προφανές ότι, αυτός ο λόγος υφίσταται και στην περίπτωση της γυναίκας της οποίας το παιδί γεννήθηκε νεκρό. Η τελευταία μάλιστα, έχει ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη ψυχολογικής υποστήριξης λόγω της απώλειας του παιδιού της, ώστε η χορήγηση άδειας για αυτήν να καθίσταται ακόμα πιο αναγκαία.

Έτσι, η γυναίκα, της οποίας το έμβρυο απεβίωσε, είτε πριν γεννηθεί, είτε αφού γεννήθηκε, ακόμα και πρόωρα, ή ακόμα και σε χρόνο κατά τον οποίο το έμβρυο δεν θα μπορούσε να γεννηθεί βιώσιμο, έχει τα ίδια δικαιώματα με τη γυναίκα της οποίας το παιδί γεννήθηκε ζωντανό, καθώς καθοριστικό στοιχείο είναι ο τοκετός. Επομένως, αν η εργαζόμενη στερηθεί το επίδομα ή την άδεια λοχείας, μπορεί να απευθυνθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας και στη συνέχεια να προσφύγει στη Δικαιοσύνη. Αν απολυθεί, μπορεί να ασκήσει αγωγή προκειμένου να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αξιώνοντας και τις αποδοχές υπερημερίας.

* Ο Γιάννης Καρούζος είναι δικηγόρος – εργατολόγος
(e-mail: [email protected] / ιστότοπος: www.karouzoslawoffice.gr)