Σύμφωνα με έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ σε άτομα ηλικίας 15 έως 34 ετών για τη Θέση των Νέων στην Αγορά Εργασίας, περίπου ένας στους πέντε ερωτωμένους δηλώνει ότι εργάστηκε κατά τη διάρκεια των σπουδών του.

Οι άνδρες έχουν ελαφρύ προβάδισμα έναντι των γυναικών, ενώ τα ποσοστά είναι σημαντικά υψηλότερα για τα άτομα ελληνικής υπηκοότητας, τους ήδη απασχολουμένους, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και τα άτομα ανώτερου επιπέδου εκπαίδευσης. Γενικά, η αμειβόμενη εργασία αναφέρεται συχνότερα από τη μη αμειβόμενη, ενώ περίπου τα μισά από τα άτομα που εργάστηκαν είχαν μόνο αμειβόμενη εργασία. Το υψηλότερο ποσοστό ατόμων με αμειβόμενη εργασιακή εμπειρία εντοπίζεται στους απασχολουμένους και στα άτομα με υψηλό μορφωτικό επίπεδο.

Κυριότεροι λόγοι διακοπής σπουδών

Στην πλειονότητά τους οι ερευνώμενοι δηλώνουν ότι δε συνέχισαν τις σπουδές τους, είτε επειδή θεωρούσαν το τότε επίπεδο σπουδών τους ικανοποιητικό (36,4%) είτε επειδή ήθελαν να εργαστούν (28,2%). Λιγότεροι (13,2%) αναφέρουν ότι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στον βαθμό δυσκολίας ενός ανώτερου επιπέδου σπουδών, ενώ το 5,0% αναφέρει το υψηλό κόστος σπουδών. Οι άλλοι λόγοι περιλαμβάνουν οικογενειακούς λόγους, λόγους υγείας κλπ.

Για τους άνδρες κυριότερος λόγος είναι το ότι ήθελαν να εργαστούν, ενώ για τις γυναίκες το ότι δεν είχαν ικανοποιητικό επίπεδο σπουδών. Επίσης, η επιθυμία για εργασία εντοπίζεται περισσότερο σε νεότερες ηλικίες, χαμηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης και άτομα αλλοδαπής υπηκοότητας. Επιπλέον, σε αυτές τις κατηγορίες αναφέρεται περισσότερο η δυσκολία ανταπόκρισης σε ανώτερο επίπεδο σπουδών.

Τρόπος εύρεσης εργασίας

Ο κύριος τρόπος εύρεσης εργασίας είναι μέσω συγγενών, φίλων ή γνωστών (39,9%). Ακολουθεί η επαφή με τον εργοδότη (18%), είτε από πρωτοβουλία του απασχολουμένου είτε του εργοδότη. Οι αγγελίες έχουν μικρότερο ρόλο στην εύρεση εργασίας (14,5%), ενώ ο ΟΑΕΔ εμφανίζεται με πολύ μικρό ποσοστό (2,4%). Η εύρεση εργασίας μέσω συγγενών, φίλων και γνωστών δηλώνεται συχνότερα από τα άτομα αλλοδαπής υπηκοότητας, τα άτομα που εργάζονται στον κλάδο των κατασκευών και στον πρωτογενή τομέα, καθώς και από τα άτομα που ασκούν στοιχειώδη επαγγέλματα (ανειδίκευτοι εργάτες).

Αντίστοιχα, οι αγγελίες εμφανίζονται λιγότερο στις παραπάνω κατηγορίες. Οι υπόλοιποι τρόποι δεν παρουσιάζουν αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις μεταξύ των κατηγοριών. Εξαίρεση αποτελεί ο κλάδος της δημόσιας διοίκησης, όπου η εύρεση εργασίας μέσω ΟΑΕΔ ή μέσω παρόχου εκπαίδευσης και κατάρτισης εμφανίζει πολύ υψηλότερα ποσοστά από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία.

Αλλαγή κατοικίας προκειμένου να εργαστούν

Μόλις το 5,4% των απασχολουμένων δηλώνει ότι χρειάστηκε να αλλάξει τόπο κατοικίας για να αναλάβει την τωρινή εργασία του, ενώ περίπου 6% μετακινείται περισσότερο από 1 ώρα, προκειμένου να μεταβεί στην εργασία του. Το 54,1% των ανέργων και το 42,8% των μη ενεργών δηλώνουν διατεθειμένοι να αλλάξουν τόπο κατοικίας, προκειμένου να αναλάβουν εργασία. Για τους περισσότερους ανέργους, αυτή η αλλαγή αφορά σε μετακίνηση μόνο εντός της Ελλάδας (28,6%), ενώ λιγότεροι (15,6%) είναι διατεθειμένοι να μετακινηθούν σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ακόμα λιγότεροι (9,9%) να μετακινηθούν ακόμα και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για το 66,7% των ανέργων και το 48,6% των μη ενεργών, ο χρόνος μετακίνησης περισσότερο από 1 ώρα δεν είναι αποτρεπτικός, προκειμένου να αναλάβουν μία εργασία. Μεγαλύτερη διάθεση αλλαγής τόπου κατοικίας, όσο και διάθεση ανάληψης εργασίας με χρόνο μετακίνησης περισσότερο από 1 ώρα, δείχνουν οι άνδρες, τα άτομα ηλικίας 20 – 24 ετών και τα άτομα που έχουν ολοκληρώσει τουλάχιστον δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Πηγή: ΑΠΕ/ΜΠΕ