Τα ανοιχτά μέτωπα στα νέα… ραντεβού της Αχτσιόγλου με την τρόικα

Ξεκινά σήμερα ο νέος κύκλος των συναντήσεων της ηγεσίας του υπουργείου Εργασίας με την τρόικα στο Χίλτον, στο πλαίσιο της τρίτης αξιολόγησης.

Η διαπραγμάτευση με τους δανειστές αφορά τρία ανοιχτά ζητήματα, τα οποία έχουν να κάνουν με τα εργασιακά, τα οικογενειακά επιδόματα και τις παροχές πρόνοιας, αλλά και για τα Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας.

Στο σκέλος των εργασιακών η υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου αναμένεται να λάβει το τελικό «ok» ώστε να καταθέσει στη Βουλή διάταξη με την οποία θα αλλάζει ο τρόπος προκήρυξης απεργιών στα πρωτοβάθμια σωματεία. Η τροποποίηση έχει εγκριθεί από τα τεχνικά κλιμάκια και θα προβλέπει την αύξηση της απαιτούμενης απαρτίας για την λήψη απόφασης απεργιακών κινητοποιήσεων, στο 50 +1% του ποσοστού των εγγεγραμμένων μελών ενός πρωτοβάθμιου σωματείου. Σήμερα, με βάση το συνδικαλιστικό νόμο 1264/82 απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του 1/3 των οικονομικά τακτοποιημένων μελών.

Από την πλευρά του υπουργείου Εργασίας εκτιμάται ότι η συγκεκριμένη αλλαγή δεν δημιουργεί μεγάλα ζητήματα, αφού αφορά μόνο τα πρωτοβάθμια σωματεία, με τους συνδικαλιστές, όμως, να τονίζουν ότι ανοίγει ουσιαστικά η… πόρτα, ώστε σταδιακά να γίνεται όλο και πιο δύσκολη η προκήρυξη απεργίας.

Το δεύτερο ανοιχτό μέτωπο αφορά τα οικογενειακά και αναπηρικά επιδόματα. Η αναπληρώτρια υπουργός Κοινωνικής Αλληλεγγύης Θεανώ Φωτίου επιμένει σε κάθε ευκαιρία ότι δεν υπάρχει καμιά δέσμευση για μείωσή τους, τονίζοντας επιπλέον ότι θα αυξηθούν για το πρώτο και δεύτερο παιδί, υπογραμμίζοντας, μάλιστα, ότι στον προϋπολογισμό του 2018 προβλέπεται να διατεθούν επιπλέον 160 εκατ. ευρώ.

Το «κλειδί» στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι το αν οι εκπρόσωποι των δανειστών θα επιμείνουν επιμείνουν στην εφαρμογή της μεθοδολογίας που προτείνει η Παγκόσμια Τράπεζα, ζητώντας έως και 50% χαμηλότερα εισοδηματικά κριτήρια.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι κρίσιμο σημείο είναι και η αλλαγή που ζητείται στον τρόπο αξιολόγησης της αναπηρίας, με τους δανειστές να επιμένουν στην ιδιωτικοποίηση των κέντρων που θα πιστοποιούν τα ποσοστά αναπηρίας, αλλά και στην αξιολόγηση των ικανοτήτων των αναπήρων, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο επιστημονικό εργαλείο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.