Τι αλλάζει στην κήρυξη απεργιών – Αυτούσια η τροπολογία στο πολυνομοσχέδιο

Λίγες ώρες πριν την κατάθεση του πολυνομοσχεδίου των 600 σελίδων με τα προαπαιτούμενη της τρίτης αξιολόγησης, οι υπηρεσίες του υπουργείου εργασίας διένειμαν στους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, που θα κληθούν για μια ακόμα φορά να ψηφίσουν νέα επαχθή μέτρα, σημειώματα… εξοπλισμού και ανάλυσης των μέτρων που αφορούν το εν λόγω υπουργείο.

Σε ό,τι αφορά την αλλαγή στον τρόπο κήρυξης των απεργιών, μια τροπολογία θυμίζουμε που εμφανίστηκε αιφνιδίως στη Βουλή στις αρχές Δεκέμβρη και με τον ίδιο τρόπο αποσύρθηκε, με πρόφαση κάποιες νομοτεχνικές βελτιώσεις, αυτή επανέρχεται στο πολυνομοσχέδιο χωρίς καμιά αλλαγή.

Έτσι από την ψήφισή του για την προκήρυξη απεργίας από τα όχι πανελλαδικής εμβέλειας πρωτοβάθμια σωματεία θα απαιτείται η συμφωνία του 1/2 των οικονομικά τακτοποιημένων μελών από το 1/3 που ισχύει σήμερα, κάτι που σημαίνει δυσκολότερη κήρυξη απεργιών, κάτι που ήταν πάγιο και διαχρονικό αίτημα της τρόικας.

Στο κείμενο του υπουργείου Εργασίας που διανεμήθηκε στους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ για την εν λόγω διάταξη, σημειώνεται ότι «στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης αποκρούστηκαν πολλές απαιτήσεις των θεσμών σε ζητήματα του συνδικαλιστικού νόμου όπως η θεσμοθέτηση της ανταπεργίας (λοκ άουτ), η επί τα χείρω αλλαγή στο χρόνο προειδοποίησης για την κήρυξη της απεργίας, η θεσμοθέτηση γενικής ρήτρας απόλυσης των συνδικαλιστικών στελεχών, αλλά και η συρρίκνωση του χρόνου των συνδικαλιστικών αδειών. Η μόνη αλλαγή που συμφωνήθηκε αφορά τον κανόνα της απαρτίας στις γενικές συνελεύσεις των πρωτοβάθμιων σωματείων που δεν είναι ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης όταν συγκαλούνται προκειμένου να ληφθεί απόφαση για απεργία. Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει ότι στις σχετικές συνελεύσεις πρέπει να παρίσταται το 1/3 των οικονομικά τακτοποιημένων μελών. Με τη διάταξη το 1/3 τροποποιείται σε 1/2. Η απαρτία δεν υπολογίζεται στα εγγεγραμμένα μέλη (παραπληροφόρηση), αλλά στα οικονομικά τακτοποιημένα, δηλαδή αυτά που έχουν πληρώσει τις συνδρομές τους».

Επισημαίνεται στο κείμενο ότι «καμία αλλαγή δεν επέρχεται στα πρωτοβάθμια σωματεία ευρύτερης περιφέρειας (π.χ. Αττικής) ή πανελλαδικής εμβέλειας, καθώς και στις δευτεροβάθμιες οργανώσεις και στην τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση.

Η διάταξη επομένως δεν αλλάζει:

α) το ότι η απεργία στις δευτεροβάθμιες οργανώσεις (Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα) και στις τριτοβάθμιες οργανώσεις (ΓΣΕΕ) κηρύσσεται με απόφαση του Δ.Σ.,

β) το ότι η απεργία στις πρωτοβάθμιες οργανώσεις ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης κηρύσσεται με απόφαση του Δ.Σ.,

γ) το ότι οι στάσεις εργασίας σε όλες τις συνδικαλιστικές οργανώσεις κηρύσσονται με απόφαση του Δ.Σ.

Αλλά ακόμη και στην περίπτωση των πρωτοβάθμιων σωματείων που δεν είναι ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης, η διάταξη δεν αλλάζει τον τρόπο λήψης της απόφασης για απεργία. Η απόφαση λαμβάνεται με σχετική πλειοψηφία των παρόντων μελών και όχι με το 50% + 1 των μελών (παραπληροφόρηση). Η διάταξη δεν φέρνει κάτι εντελώς καινούργιο καθώς υπάρχουν ήδη διατάξεις νόμου που επιβάλλουν μεγαλύτερη απαρτία από το 1/3 των μελών στη Γ.Σ. για σοβαρά σωματειακά ζητήματα, όπως η απόφαση για τροποποίηση του καταστατικού ή για μεταβολή του σκοπού του σωματείου. Η απεργία αποτελεί ένα σοβαρό ζήτημα για τους εργαζόμενους και δικαιολογημένα απαιτείται μεγαλύτερη συμμετοχή στη Γ.Σ. που την αποφασίζει, δεδομένου ότι η μη συμμετοχή στην απεργία αποτελεί παράβαση απόφασης της Γ.Σ. και πειθαρχικό παράπτωμα του μέλους».

Και το σημείωμα προς τους βουλευτές καταλήγει: «Συμπερασματικά, η διάταξη δεν καταργεί ούτε περιορίζει το δικαίωμα της απεργίας. Η εφαρμογή της είναι μικρής έκτασης. Με αυτή την περιορισμένη αλλαγή κλείνει οριστικά το ζήτημα του συνδικαλιστικού νόμου και φεύγει από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων και των συζητήσεων με τους θεσμούς».