Το πετσόκομμα των μισθών «πότισε» τα κέρδη των επιχειρηματιών – Με μισθό κάτω από 1.000 ευρώ το 73% των εργαζόμενων

Καταρρίπτεται πανηγυρικά για ακόμα μια φορά το ιδεολόγημα των απολογητών του νεοφιλελευθερισμού, στην πιο βάρβαρη εκδοχή του, ότι η μείωση των μισθών, τάχα, αυξάνει την περίφημη ανταγωνιστικότητα και δημιουργεί δυναμική ανάπτυξης και νέων θέσεων εργασίας.

Όλα τα στοιχεία καταρρίπτουν τον πιο πάνω ισχυρισμό, αποδεικνύοντας ότι η καταβαράθρωση των μισθών που επιβλήθηκε με τον πιο κυνικό τρόπο τα μνημονιακά χρόνια μόνο την περιβόητη ανταγωνιστικότητα δεν τόνωσε.

Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι η φτωχοποίηση των εργαζομένων και η «ελαστική» εργασία που αφορά σχεδόν το 60% των νέων προσλήψεων, απλά αύξησαν την κερδοφορία των ιδιοκτητών των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.

Η Ενδιάμεση Έκθεση του 2018 για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, που παρουσιάστηκε σήμερα, αποκαλύπτει περίτρανα την πραγματικότητα, υπογραμμίζοντας ότι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους του εμπορεύσιμου τομέα της ελληνικής οικονομίας προήλθε αποκλειστικά από την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και τη συμπίεση των μισθών, καθώς η παραγωγικότητα από το 2010, το οποίο σηματοδοτεί την υπαγωγή της Ελλάδας στα μνημόνια, παραμένει σχετικά σταθερή και αυτό ως αποτέλεσμα της υψηλής αποεπένδυσης που προέκυψε την ίδια περίοδο. Με άλλα λόγια, κατά την περίοδο της κρίσης τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του εγχώριου εμπορεύσιμου τομέα βασίζονται όλο και περισσότερο στους σχετικά χαμηλότερους μισθούς παρά τη σχετικά υψηλότερη παραγωγικότητα συγκριτικά με την προ κρίσης περίοδο, ενώ τα όποια θετικά αποτελέσματα στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας τιμής ήταν περιορισμένα.

Σήμερα, το 10% των μισθωτών, δηλαδή 257.000 άτομα, λαμβάνει καθαρό μισθό κάτω από 450 ευρώ, ενώ μόλις το 10% λαμβάνει μισθό άνω των 1.300 ευρώ το μήνα. Επιπλέον, τα τρία τέταρτα των εργαζομένων λαμβάνουν αποδοχές κάτω των 1.000 ευρώ μηνιαία.

Σύμφωνα πάντα με την ενδιάμεση έκθεση, εξετάζοντας την εξέλιξη των ονομαστικών ωριαίων μισθών και των ημερομισθίων ανά ώρα εργασίας συγκριτικά με την εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας (αποπληθωρισμένη ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά ώρα εργασίας) στο σύνολο της οικονομίας, παρατηρούμε ότι, ενώ και τα δύο μεγέθη υποχωρούν κατά την περίοδο μετά το 2010, η υποχώρηση των ονομαστικών ωριαίων μισθών και των ημερομισθίων είναι σημαντικά υψηλότερη από αυτήν της παραγωγικότητας.

Ειδικότερα, η μείωση των ονομαστικών ωριαίων μισθών και ημερομισθίων κατά την περίοδο 2010-2018, συμπεριλαμβάνοντας δηλαδή και τη μερική ανάκαμψη των τελευταίων χρόνων, φτάνει στο 20%, ενώ η μείωση της παραγωγικότητας την ίδια περίοδο φτάνει στο 6%. Με άλλα λόγια, οι ονομαστικοί μισθοί σήμερα βρίσκονται, λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβολές στην παραγωγικότητα, κατά 14% χαμηλότερα σε σχέση με το 2010.

Με δεδομένο ότι μια μείωση των ακαθάριστων μισθών μεγαλύτερη από τη μεταβολή της παραγωγικότητας ωφελεί τα ακαθάριστα κέρδη των επιχειρήσεών, τότε εύλογα προκύπτει το συμπέρασμα ότι κατά την περίοδο 2010-2018 η μείωση των μισθών εξυπηρέτησε τη στήριξη της (προ φόρων) κερδοφορίας των επιχειρήσεών. Το αποτέλεσμα αυτής της μεταβολής στην αναλογία μισθών και κερδών έχει άμεση αντανάκλαση στα μακροοικονομικά μεγέθη, καθώς η κατανάλωση των νοικοκυριών στηρίζεται κατά κύριο λόγο στο διαθέσιμο εισόδημά τους, το οποίο προκύπτει από τους μισθούς, ενώ αντίθετα οι επενδύσεις των επιχειρήσεών στηρίζονται κυρίως στη δανειοληπτική τους ικανότητα, η οποία είναι συνάρτηση μιας σειράς παραγόντων και όχι μόνο της άμεσης κερδοφορίας τους.

Προχωρώντας στην εξέταση του μέσου μισθού σε κλαδικό επίπεδο (Πίνακας 5.3), παρατηρούμε ότι οι χαμηλότερες αποδοχές εμφανίζονται στον κλάδο της γεωργίας, όπου ο καθαρός μέσος μισθός ανέρχεται σε 607 ευρώ, ενώ ακολουθούν οι δραστηριότητες που σχετίζονται με τον τουρισμό (668 ευρώ) και οι διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες (674 ευρώ). Αντίθετα, οι υψηλότερες μηνιαίες αποδοχές εμφανίζονται στον κλάδο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (1.237 ευρώ), ενώ ακολουθούν οι τράπεζες και ασφάλειες (1.151 ευρώ), τα ορυχεία και λατομεία (1.140 ευρώ) και η δημόσια διοίκηση και άμυνα (1.101 ευρώ).


Αντίστοιχα, προχωρώντας σε εξέταση του μέσου μισθού ανά ομάδα επαγγέλματος (Πίνακας 5.4), παρατηρούμε ότι οι χαμηλότερες αποδοχές εμφανίζονται στους ανειδίκευτους εργάτες, με μέσο μισθό 633 ευρώ, ενώ ακολουθούν τα επαγγέλματα που σχετίζονται με τη γεωργία (683 ευρώ) και οι απασχολούμενοι στην παροχή υπηρεσιών και το εμπόριο (726 ευρώ). Αντίθετα, οι υψηλότερες αποδοχές εμφανίζονται στα ανώτερα διευθυντικά και διοικητικά στελέχη (1.522 ευρώ), ενώ ακολουθούν οι επαγγελματίες (1.098 ευρώ) και οι τεχνικοί (1.007 ευρώ).


Εξετάζοντας την κατανομή των αποδοχών (Πίνακας 5.5), παρατηρούμε ότι το 10% των μισθωτών, δηλαδή 257 χιλιάδες άτομα, λαμβάνει μισθό κάτω από 450 ευρώ, ενώ μόλις 10% λαμβάνει μισθό άνω των 1.300 ευρώ το μήνα. Επιπλέον, τα τρία τέταρτα των εργαζομένων λαμβάνουν αποδοχές κάτω των 1.000 ευρώ μηνιαία.