Το τέλος του δικαιώματος στην απεργία; Αδύνατη εφεξής η απεργία σε ΔΕΚΟ-υπερΤαμείο!

Μεταξύ των πολλών προαπαιτούμενων που αποδέχθηκε η κυβέρνηση στα πλαίσια της τρίτης αξιολόγησης του τρίτου μνημονιακού προγράμματος (Ν. 4336/2015), είναι και ο δραστικός περιορισμός, ουσιαστικά η κατάργηση, του δικαιώματος της απεργίας στις Πρωτοβάθμιες Οργανώσεις αφού, για να ληφθεί απόφαση, θα πρέπει εφεξής όχι απλά να μετέχει (απαρτία) αλλά και να ψηφίζει θετικά το 50% +1 των ταμειακώς ενήμερων μελών!

Γράφει ο πρόεδρος της ΕΝΥΠΕΚΚ, Αλέξης Μητρόπουλος

Ειδικότερα σύμφωνα με το σχετικό εδάφιο (σελ. 25) της από 3/12/2017 συμφωνίας της κυβέρνησης με τους δανειστές («Supplemental Memorandum of Understanding: Greece, Third Review of the ESM Programme): «ii.As a prior action, the authorities will analyse and adopt legislation to increase the quorum for first-degree unions to vote on a strike to 50 percent.», δηλαδή «ii. Ως προαπαιτούμενη δράση, οι αρχές θα συντάξουν και θα υιοθετήσουν νομοθεσία προκειμένου στις Πρωτοβάθμιες Συνδικαλιστικές Οργανώσεις να αυξηθεί η απαρτία έτσι ώστε για τη λήψη της απόφασης για απεργία να αποφασίζει το 50% των οικονομικά ενήμερων μελών.».

Στις 9-12-2017 η κυβέρνηση επιχείρησε να νομοθετήσει μεταμεσονύχτια τροπολογία, η οποία όμως αποσύρθηκε κάτω από την κατακραυγή του ΚΚΕ, των άλλων αριστερών συλλογικοτήτων και πολλών συνδικάτων. Τελικά ψηφίστηκε το άρθρο 211 του Ν. 4512/2018, στο οποίο ορίζεται ότι, μετά το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 8 του Ν. 1264/1982, προστίθεται εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο «για τη συζήτηση και τη λήψη απόφασης κήρυξης απεργίας απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του ενός δευτέρου (1/2) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών.».

Στην ουσία η νέα αυτή ρύθμιση τροποποιεί τη γενική διατύπωση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 1264/1982 που αναφέρεται στη σύγκλιση Γενικής Συνέλευσης, στην επίτευξη απαρτίας και στη λήψη απόφασης, αποσιωπώντας το άρθρο 20 του ιδίου νόμου περί του ποσοστού για την κήρυξή της.

Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, που ίσχυσε για 35 ολόκληρα χρόνια, «Με την επιφύλαξη των άρθρων 99 και 100 Α.Κ. όπως και κάθε άλλης διάταξης με την οποία προβλέπεται ειδική απαρτία και εφόσον το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, για να γίνει συζήτηση και για να ληφθεί απόφαση, κατά τις Συνελεύσεις, απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του ενός τρίτου (1/3) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών. Αν δεν υπάρχει απαρτία κατά την πρώτη συζήτηση συγκαλείται νέα συνέλευση μέσα σε δύο (2) μέχρι δεκαπέντε (15) μέρες, κατά την οποία απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του ενός τετάρτου (1/4) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών. Εάν δεν υπάρξει απαρτία κατά τη δεύτερη συνέλευση συγκαλείται μέσα σε δύο (2) μέχρι δεκαπέντε (15) μέρες τρίτη κατά την οποία είναι αρκετή η παρουσία του ενός πέμπτου (1/5) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών. Απαγορεύεται η συμμετοχή στις Συνελεύσεις και στις ψηφοφορίες με οποιουδήποτε είδους εξουσιοδότηση.».

Με την νέα όμως ρύθμιση του άρθρου 211 του νέου Ν. 4512/2018 ανοίγει ένα παράθυρο στενής-περιοριστικής ερμηνείας των σχετικών διατάξεων από κυβέρνηση και εργοδότες (πιθανώς και από τα Δικαστήρια) για τη νόμιμη (ή μη) κήρυξη απεργίας από τις Πρωτοβάθμιες Ενώσεις που θα ματαιώσει το εύρος των περιορισμένων σήμερα απεργιακών κινητοποιήσεων.

Η διατύπωση δε της τροποποιητικής αυτής ρύθμισης περιλαμβάνει όλες τις Πρωτοβάθμιες Ενώσεις ανεξαρτήτως τοπικότητας. Άλλωστε οι Δευτεροβάθμιες και η Τριτοβάθμια (ΓΣΕΕ) Οργανώσεις παίζουν συνήθως επικαλυπτικό ρόλο αφού οι διεργασίες των απεργιακών αγώνων γίνονται στους εργαζομένους και τα μέλη των πρωτοβάθμιων σωματείων.

Υποστηρίζεται από ορισμένους ότι η νέα ρύθμιση για τις απεργίες είναι «ατελής», πλην όμως φαίνεται ότι πρόκειται για μελετημένη και ευφυώς επεξεργασμένη διατύπωση που στοχεύει στην ευνοϊκή για την εργοδοσία περιοριστική ερμηνεία περί νομιμότητας των απεργιών.

Η απαίτηση επίτευξης απαρτίας με το 50%+1 των ταμειακώς τακτοποιημένων μελών στα Πρωτοβάθμια Σωματεία με εργαζομένους πολλών ταχυτήτων και μειωμένους μισθούς, καθώς και η αξίωση της ίδιας απαρτίας για τη λήψη απόφασης για απεργία, είναι βέβαιον ότι θα οδηγήσει στη ματαίωση του μεγαλύτερου μέρους των απεργιών.

Προσπάθεια με το ίδιο περιεχόμενο διαπίστωσης απαρτίας και λήψης απόφασης για απεργία έγινε και από τη Μάργκαρετ Θάτσερ το 1988, η οποία -προ του κινδύνου κυβερνητικής κρίσης- απέσυρε τελικά τη διάταξη και δεν ήρθε ποτέ για συζήτηση στο Κοινοβούλιο.

Στην πατρίδα μας η πρώτη προσπάθεια ουσιαστικού περιορισμού τού δικαιώματος για απεργία επιχειρήθηκε με το άρθρο 4 (παρ.1 εδ.γ) του Ν. 1365/1983 («Κοινωνικοποίηση των επιχειρήσεων δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, ΦΕΚ Α 80/22-6-1983), σύμφωνα με το οποίο για να ληφθεί απόφαση για απεργιακή κινητοποίηση απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία των εγγεγραμμένων μελών της οργάνωσης. Το άρθρο αυτό μετά τις μαζικές αντιδράσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων ουδέποτε εφαρμόστηκε.

Η «Αριστερά» καταργεί το δικαίωμα στην απεργία!

Η νέα διάταξη του Ν. 4512/2018 ήταν νομοτελειακή μετάλλαξη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ που είναι ταυτισμένη με τους δανειστές και τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό των Μνημονίων. Εξάλλου από την ένταξή μας στα Μνημόνια (2010), η απεργία ήταν θεσμός υπό διωγμό, «υπό προγραφή»!

Κατ’ουσίαν, μετά την ψήφιση της νέας ρύθμισης, η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, παρά τις αντίθετες καθησυχαστικές τοποθετήσεις της κυβέρνησης και τμήματος της συνδικαλιστικής ηγεσίας, με δεδομένη τη σημερινή απο-μαζικοποίηση των Συνδικάτων, καθίσταται σχεδόν αδύνατη.

Η συνδικαλιστική πυκνότητα καταρρέει γιατί οι εργαζόμενοι έχασαν την εμπιστοσύνη τους στην αποτελεσματικότητα των Συνδικάτων αλλά και γιατί η κατασυκοφάντησή τους, κατά τη μνημονιακή περίοδο, ξεπέρασε κάθε όριο! Σήμερα δεν υπερβαίνει το 15% του συνόλου των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα και το 39% του συνόλου στον δημόσιο τομέα! Αλλά και πολλά από τα εγγεγραμμένα μέλη αδυνατούν να καταβάλουν τη συνδρομή τους λόγω μείωσης των αμοιβών τους.

Οι δανειστές, που «συνεργάστηκαν» με πολλές κυβερνήσεις στη μέχρι τώρα οκτάχρονη μνημονιακή διακυβέρνηση, γνωρίζουν πολύ καλά ότι, υπό άλλες πολιτικές συνθήκες, θα ήταν δύσκολο έως αδύνατο να «περάσει» μια τέτοια ρύθμιση. Γι’αυτό και επέσπευσαν τη ρύθμιση σήμερα, που υπάρχει μια κυβέρνηση ο κύριος κορμός της οποίας εξελέγη στο όνομα της Αριστεράς, ώστε κάθε προοδευτική κίνηση να δυσφημιστεί για το αόριστο μέλλον στα μάτια της ελληνικής και ευρωπαϊκής Εργατικής Τάξης αφού θα διακηρύσσεται προς πάσα κατεύθυνση ότι η «Αριστερά» είναι αυτή που κατήργησε το δικαίωμα της απεργίας.

Τώρα που το Συνδικαλιστικό Κίνημα είναι παντελώς άνευρο, απομαζικοποιημένο και απογοητευμένο από την κυβέρνηση που ανέδειξε για να περιφρουρήσει -αν όχι και να διευρύνει- τα δικαιώματά του, ήταν βέβαιο ότι όλο σχεδόν το μνημονιακό πολιτικό τόξο, ανεξάρτητα από τη θέση που έλαβε στη Βουλή, τάσσεται υπέρ του καταργητικού τού δικαιώματος της απεργίας αυτού μέτρου.

Έτσι το πιο σημαντικό όπλο της συλλογικής ταξικής (κοινωνικής) πάλης αποδυναμώνεται και ανισχυροποιείται. Γιατί η συνδικαλιστική «ζύμωση», η δημοκρατία του Δρώντος Λαού γίνεται και αναπτύσσεται στις συνελεύσεις των Πρωτοβάθμιων Σωματείων και όχι στις άλλες βαθμίδες της συνδικαλιστικής ιεραρχίας, που, όταν προκηρύσσουν απεργία, συνήθως δεν βρίσκουν ανταπόκριση στους εγγεγραμμένους ή μη εργαζομένους και ανέργους. Με άλλα λόγια, καταργείται η επικοινωνία και η κινητικότητα στη βάση των Συνδικάτων, κυρίως των Πρωτοβάθμιων.

Του ν. 4512/2018 (άρθρο 211) είχαν προηγηθεί οι διατάξεις του συμπληρωματικού Μνημονίου (ν. 4472/2017) και του εφαρμοστικού του Ν. 4475/2017, που

-ανέστειλαν τη λειτουργία των ΣΣΕ μέχρι το 2021 (άρθρο 16 ν. 4472/2017),

-«πάγωσαν» τις αρχές της ευνοϊκότερης ρύθμισης και της επεκτασιμότητας των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων (άρθρο 16 ν. 4472/2017),

-απελευθέρωσαν πλήρως τις ομαδικές απολύσεις (άρθρο 17 του ιδίου νόμου),

-συρρίκνωσαν τις διευκολύνσεις της συνδικαλιστικής δράσης και την προστασία από απόλυση των επικεφαλής των Συνδικάτων (άρθρα 18-19 του ίδιου νόμου) και

-επέτρεψαν το μισθολογικό «lock-out», τη δυνατότητα δηλαδή του εργοδότη να μην πληρώνει όσους επιθυμούν να εργαστούν όταν το επιχειρησιακό Σωματείο απεργεί (άρθρο 20 ν. 4472/2017)!

Αναλυτικότερα για τα ζητήματα αυτά, αναφερόμαστε στη β’ έκδοση του βιβλίου μας με τίτλο «Εργασιακές Σχέσεις και Κοινωνική Ασφάλιση στη σύγχρονη Ελλάδα» που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες ημέρες.

Στόχος η αγορά εργασίας χωρίς ΣΣΕ και Συνδικάτα («area without union»)

Ήταν νομοτελειακό να υπάρξει και η τελευταία αυτή δυσάρεστη θεσμική εξέλιξη, να απαγορευθεί στην ουσία η απεργία στις ΔΕΚΟ, τις Τράπεζες και το Δημόσιο, αφού οι δανειστές ξαναέγραψαν κατ’ουσίαν το Ελληνικό Εργατικό Δίκαιο και έδωσαν εντολή να κωδικοποιηθεί η μνημονιακή Εργατική Νομοθεσία (βλ. την από 12/12/2017 ανακοίνωση της ΕΝΥΠΕΚΚ) ώστε, όχι μόνο να δυσκολευτεί η μελλοντική τροποποίησή του από μια ανεξάρτητη και πατριωτική κυβέρνηση, αλλά και για να διασφαλίσουν την πορεία τής διαρκούς μετάπτωσης της χώρας (αφού το όλο πλέγμα των μνημονιακών νόμων θα είναι σε διαρκή ισχύ) σε δευτερεύουσα-συμπληρωματική κοινωνία και οικονομία σε σχέση με τις κεντροευρωπαϊκές από τις τυχόν αντιδράσεις ενός αναγεννημένου Κινήματος.

Κι αυτό, παρά το ότι οι μνημονιακές εργασιακές και ασφαλιστικές ρυθμίσεις, οι περισσότερες τουλάχιστον, αντιβαίνουν όχι μόνο στο προηγούμενο Εθνικό-Συνταγματικό Δίκαιο, αλλά και στο υπερεθνικό Δίκαιο και τις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας.

Έτσι, με την ψήφιση του άρθρου 211 του Ν. 4512/2018, ολοκληρώθηκε η στοχευμένη επίθεση της μνημονιακής υπεροπλίας των δανειστών εναντίον του εθνικού Συνταγματικού, Συνδικαλιστικού και Εργατικού Δικαίου που, παρά τις ελλείψεις και τις ατέλειές του, προστάτευε για αρκετές δεκαετίες (κυρίως από τη Μεταπολίτευση και εντεύθεν) την ασθενή πλευρά της μισθωτής εργασίας που είναι ο εργαζόμενος.

Η αποικιοκρατική αυτή επιβολή του μνημονιακού Εργατικού Δικαίου δεν οφείλεται μόνο στη μνημονιακή προπαγάνδα, αλλά και στην απροθυμία ή αδυναμία της ηγεσίας του Σ/Κ και της συνόλης Αριστεράς να αντιταχθούν στον αντιδημοκρατικό αυτό κατήφορο. Όλοι μαζί βύθισαν τη συλλογική δράση σε ανυποληψία και αναποτελεσματικότητα κι έδωσαν τη δυνατότητα στους μνημονιακούς ρήτορες και κονδυλοφόρους να παρουσιάζουν τη συνδικαλιστική δράση ως αντικοινωνικό, αξιόποινο(!) και αντεθνικό …εγχείρημα!!

Η ακραία αυτή νεοφιλελεύθερη επιλογή τής ουσιαστικής κατάργησης του απεργιακού δικαιώματος, εκεί όπου η δημοκρατία της βάσης μπορούσε να προμηνύσει μια μαζικότερη έκφραση και δομή, θα αποθρασύνει ακόμη περισσότερο τις σκληρές μνημονιακές δυνάμεις για να εξαπολύσουν και άλλες ασύμμετρες προσβολές και διωγμούς εναντίον των λίγων συνδικαλιστών που είναι ακόμη «ζωντανοί».

Όμως μια φτωχοποιημένη, καθημαγμένη και παραιτημένη κοινωνία, με τον ανθό της νιότης της στον δρόμο της διαρκούς μετανάστευσης, δεν μπορεί να αποτρέψει την επερχόμενη απονομιμοποίηση της συλλογικής δράσης.

Η περιφρούρηση τής μνημονιακής μετάπτωσης και της μόνιμης ρήτρας τής ανταγωνιστικής υποτίμησης όλων των μεγεθών και των στοιχείων τής πατρίδας μας, καθώς και η «ρήτρα Βουλγαρίας» στους μισθούς (ν. 4046/2012 σελ. 713), θα είναι εφεξής το κύριο μέλημα των επικυρίαρχων δανειστών.

Και όσες Οργανώσεις (πολιτικές, κοινωνικές, συνδικαλιστικές) παραμένουν ακόμη όρθιες, θα διεξαγάγουν την αυτοποιητική επαναστατική τους …γυμναστική εντελώς συμβολικά και «για την τιμή των όπλων», αφού έπονται και περαιτέρω «τεχνικές» ρυθμίσεις τού απεργιακού δικαιώματος που δυστυχώς προβλέπεται ότι, στη μνημονιακή Ελλάδα, γρήγορα θα αποτελέσει παρελθόν.

Επομένως, αν δεν συνειδητοποιήσουμε όλοι ότι βαδίζουμε ολοταχώς προς τη ραγδαία αποσυλλογικοποίηση του κοινωνικού βίου…, αν αποδεχθούμε την πατρίδα μας χωρίς συλλογική δράση («without union area»)…, τότε θα ζήσουμε έναν διαρκή ιστορικό αταβισμό προς την προδημοκρατική εποχή.

Η στάση των Συνδικάτων

Η πρωτοφανής αυτή ρύθμιση για την κήρυξη της απεργίας χωρίς προηγούμενο στην Ευρώπη στοχεύει στην τιθάσευση των κοινωνικών αγώνων, επισφραγίζει τη γενικευμένη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και την αδυναμία του Συνδικαλιστικού Κινήματος να αντισταθεί αποτελεσματικά:

-σε μια αγορά εργασίας με γενικευμένη ευελιξία και με πρωτοφανή σε όγκο, όλο και πιο απαξιωμένη και φθηνότερη μερική απασχόληση,

-στην όλο και φθηνότερη πλήρη απασχόληση,

-στις ποικιλώνυμες μορφές νεανικής «ειλωτείας»,

-στον «παγωμένο» για χρόνια κατώτατο μισθό,

-στην πλήρη απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων,

-στη θέσπιση της ανταπεργίας κ.ά.

Για όλα αυτά …χρειάζονται Συνδικάτα χωρίς το όπλο του απεργιακού αγώνα, χωρίς αξιόλογη παρέμβαση, χωρίς κοινωνικό χώρο για δράση. Αυτός είναι και ο στόχος των δανειστών και των ηγεσιών του διακομματικού μνημονιακού τόξου.

Η πρωτόγνωρη σε σκληρότητα αυτή παρέμβαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ για τον δραστικό περιορισμό τού δικαιώματος της απεργίας (που στις περισσότερες περιπτώσεις θα οδηγήσει στην κατάργησή του) βρήκε το Σ/Κ απροετοίμαστο, την κοινωνία σε υποχώρηση, τις κοινωνικές μάζες στη χειρότερη δυνατή κατάσταση. Το Σ/Κ, χωρίς μαζικότητα, χωρίς νομική στρατηγική, χωρίς γραμμή, χωρίς αξιοπιστία, κύρος, λόγο και δύναμη, παραδίνεται εύκολα στους παρηκμασμένους κομματικούς μηχανισμούς.

Οι ηγεσίες της Αριστεράς και οι προοδευτικές συλλογικότητες φαίνεται ότι δεν έχουν συνειδητοποιήσει ακόμη τι ακριβώς έχει συμβεί στη χώρα μας, τί κακό έχει προξενήσει η μνημονιακή διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, τί υποχρεώσεις, δεσμεύσεις και δουλείες έχει φορτώσει στον λαό, το Κίνημα και τις μελλοντικές γενιές!!

Ο νόμος-μαμούθ 4512/2018 πέρασε δυστυχώς από την Ελληνική Βουλή, η οποία έχει μετατραπεί σε νομοθετικό σώμα των δανειστών, σε θεσμό-«εχθρό του λαού».

Είναι ένα ακραίο νεοφιλελεύθερο μανιφέστο ιδεών, αρχών και θεσμών που φιλοδοξεί να μετατρέψει τη χώρα σε εθνική ΕΟΖ (Ελεύθερη Οικονομική Ζώνη), σε κρατίδιο πλήρως νεοφιλελεύθερου οικονομικού «ΕλΝτοράντο».

Η πατρίδα βρίσκεται στο σημείο μηδέν από κάθε άποψη. Το Κίνημα ανύπαρκτο, ο λαός ανήμπορος, η χώρα στα χέρια μιας ηγετικής ομάδας που έχει αποτύχει σε όλα τα μέτωπα και οδηγεί τη χώρα στην καταστροφή.

Όμως υπάρχει άμεση ανάγκη να μείνουμε όρθιοι, να δημιουργήσουμε ελπίδα και αισιοδοξία. Γιατί «η συναίσθηση της αδυναμίας είναι η μεγαλύτερη δύναμη».