Για τη Μέρα της Γυναίκας

Γιε μου, στ’ αδέλφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,

σου πήρα το ντουφέκι σου, κοιμήσου, εσύ, πουλί μου

(Γ. Ρίτσος – «Επιτάφιος»)

«(…) Οποιος σκαμπάζει λίγο από ιστορία, ξέρει καλά πως οι μεγάλες κοινωνικές μεταβολές είναι αδύνατες χωρίς το γυναικείο προζύμι. Η κοινωνική πρόοδος μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια σύμφωνα με την κοινωνική θέση του ωραίου φύλου (μαζί και των άσχημων γυναικών)…» Κ. Μαρξ

Ως προς το τυπικό μέρος της καθιέρωσης, συμφωνούν όλες οι πηγές, σε όλο τον κόσμο, ακόμη… και ο ΟΗΕ: Η Β’ Διεθνής Συνδιάσκεψη των Σοσιαλιστριών Γυναικών, που συνήλθε στην Κοπεγχάγη το 1910, καθιέρωσε, μετά από πρόταση της μεγάλης επαναστάτριας Κλάρας Τσέτκιν, την μέρα της 8ης Μάρτη ως Διεθνή Μέρα της Γυναίκας.

Ηταν μια σαφέστατη υπογράμμιση ότι η γυναικεία χειραφέτηση, όχι μόνο περνά μέσα από, αλλά προϋποθέτει, την ταξική απελευθέρωση. ‘Η, από την ανάποδη, δεν υπάρχει η παραμικρή ελπίδα πραγματικής ισότητας σε συνθήκες ταξικής εκμετάλλευσης.

Ως προς το «γιατί» όμως επιλέχθηκε η 8η Μάρτη, δεν συμφωνούν όλοι… Είθισται να εμφανίζεται ως «ρίζα» του εορτασμού η αντίστοιχη μέρα του 1857 (Φλεβάρη σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο που ίσχυε τότε) οπότε, οι εργάτριες στα υφαντουργεία και τα ραφτάδικα της Νέας Υόρκης κατέβηκαν σε απεργία απαιτώντας ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς και μείωση των ωρών εργασίας.

Το σίγουρο είναι ότι εκείνη την εποχή οι γυναίκες δούλευαν στην παραγωγή περίπου 16 ώρες τη μέρα, με τους μισθούς τους να είναι σημαντικά μικρότεροι από τους, έτσι κι αλλιώς πολύ χαμηλούς, μισθούς των ανδρών. Ετσι στα αιτήματα των εργατριών της Νέας Υόρκης, μέρος του αναπτυσσόμενου και ιδιαίτερα μαχητικού εργατικού κινήματος των ΗΠΑ εκείνη την εποχή, περιλαμβανόταν και η μείωση των ωρών εργασίας στις 10, αλλά και η εξίσωση των μισθών ανδρών και γυναικών.

Τόσο η απεργία, όσο και οι μεγάλες μαχητικές διαδηλώσεις που διεκδικούσαν «δεκάωρη δουλειά, φωτεινές και υγιεινές αίθουσες εργασίας, μεροκάματα ίσα με των κλωστοϋφαντουργών και των ραφτών» χτυπήθηκαν από την αστυνομία και βάφτηκαν στο αίμα των εργατριών…

Η ημερομηνία αυτή είναι καθοριστική για την πορεία του γυναικείου κινήματος ως αναπόσπαστου τμήματος του γενικότερου εργατικού κινήματος.

Το γυναικείο ζήτημα ως ιστορικό κοινωνικό φαινόμενο είναι ένα σύμπλεγμα οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών ανισοτιμιών και διακρίσεων που εκδηλώνονται σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις, συμπεριλαμβανομένων και των σχέσεων των δυο φύλων και πηγάζει από τις ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης. Μπήκε στην πραγματική κοίτη του από τους ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού – κομμουνισμού, Μαρξ και Ενγκελς, που ανέδειξαν την ταξική φύση του, την αντανάκλασή του στο εποικοδόμημα (νομικό, πολιτικό, ιδεολογικό, πολιτιστικό) κάθε εκμεταλλευτικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού και τις προϋποθέσεις για τη λύση του.

Οι Μαρξ και Ενγκελς και στη συνέχεια ο Λένιν απέδειξαν ότι η απελευθέρωση της γυναίκας από την ταξική εκμετάλλευση και τη διπλή καταπίεση, η πραγματική ισοτιμία της με τον άντρα μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Οι θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού και της σοσιαλιστικής επανάστασης υπογράμμισαν τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να συνδυαστεί χωρίς αντιφάσεις η συμμετοχή της γυναίκας στην κοινωνική εργασία με τη μητρότητα. Να απαλλαγεί η γυναίκα και η οικογένεια από το μεγαλύτερο μέρος των άχαρων και κοπιαστικών εργασιών του νοικοκυριού, μετατρέποντας αυτές σε κοινωνική εργασία. Ετσι ώστε γυναίκες και άντρες θα εργάζονται, θα συμμετέχουν στους θεσμούς του εργατικού και κοινωνικού ελέγχου από τα κάτω προς τα πάνω, θα έχουν ελεύθερο χρόνο για να αναπτύσσουν ολόπλευρα τα ενδιαφέροντα και τις ικανότητές τους, τη συλλογικότητά τους, την κομμουνιστική διεθνιστική αλληλεγγύη.

Ο Λένιν στο άρθρο του «Η σοβιετική εξουσία και η θέση της γυναίκας», το Νοέμβρη του 1919, έγραφε:

«Δεν μπορεί να υπάρχει, δεν υπάρχει και ούτε θα υπάρξει πραγματική “ελευθερία”, ωσότου δε λυτρωθεί η γυναίκα από τα προνόμια που ο νόμος παραχωρεί στον άντρα, δε λυτρωθεί ο εργάτης από το ζυγό του κεφαλαίου, δε λυτρωθεί ο εργαζόμενος αγρότης από το ζυγό του καπιταλιστή, του τσιφλικά, του εμπόρου».

Ο Ενγκελς από το 1885 σε γράμμα του αναφέρει:

«Το ότι η εργαζόμενη γυναίκα έχει ανάγκη, λόγω των ειδικών φυσιολογικών λειτουργιών της, από ιδιαίτερη υποστήριξη στον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, είναι για μένα ολοκάθαρο. Οι περισσότεροι από τους Άγγλους, που υποστηρίζουν το τυπικό δικαίωμα των γυναικών να υποβάλλονται από τους καπιταλιστές στην ίδια εκμετάλλευση με τους άντρες, ενδιαφέρονται στην ουσία, άμεσα είτε έμμεσα, για την καπιταλιστική εκμετάλλευση των εργαζομένων και των δύο φύλων. Ομολογώ ότι μ’ ενδιαφέρει πιο πολύ η υγεία της επερχόμενης γενιάς απ’ ό,τι η απόλυτη τυπική ισότητα των δύο φύλων…».

Το απόσπασμα αυτό του Ενγκελς διατηρεί την επικαιρότητά του έως τις μέρες μας, οδηγώντας στην εκτίμηση ότι η τυπική ισότητα της γυναίκας, η διακήρυξη για την εξίσωση των δύο φύλων αποτελεί φύλλο συκής της συνεχιζόμενης και εντεινόμενης ανισότητας.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός, απαντώντας αντιδραστικά στην κοινωνική ανάγκη για μαζική ένταξη των γυναικών στην κοινωνική εργασία και ελάφρυνσή της από μέρος των εργασιών του νοικοκυριού, γενίκευσε την εμπορευματοποίησή τους – όμως η γυναίκα της εργατικής και λαϊκής οικογένειας είτε δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές τις υπηρεσίες – εμπορεύματα, είτε τις αποκτά με εξουθενωτικά ωράρια εργασίας. Ετσι, παρά τα βήματα της νομικής ισοτιμίας, διατηρείται η κοινωνική ανισοτιμία. Εκφράζεται με νέες δυσκολίες στη θέση της γυναίκας μέσα στην οικογένεια, στις σχέσεις των δύο φύλων που εκδηλώνονται με νέες μορφές.

Οι Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς είχαν δώσει απάντηση ήδη από το 1848 με το πρώτο πρόγραμμα, το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», για το πώς έπρεπε να είναι η προλεταριακή οικογένεια, όταν εξαλειφθεί η αστική:

«Πάνω σε ποια βάση στηρίζεται η σημερινή, η αστική οικογένεια; Πάνω στο κεφάλαιο, πάνω στο ατομικό κέρδος. Η οικογένεια αυτή στην ολωσδιόλου αναπτυγμένη μορφή της υπάρχει στην αναγκαστική έλλειψη της οικογένειας για τον προλετάριο και στη δημόσια πορνεία.

Η αστική οικογένεια εξαλείφεται φυσικά μαζί με την εξάλειψη αυτού του συμπληρώματός της, και το ένα όσο και το άλλο εξαφανίζονται μαζί με την εξαφάνιση του κεφαλαίου.

Μας κατηγοράτε γιατί θέλουμε να καταργήσουμε την εκμετάλλευση των παιδιών από τους γονείς τους; Το ομολογούμε το έγκλημα.

Μας λέτε όμως ότι καταργούμε τις πιο προσφιλείς σχέσεις αντικατασταίνοντας τη σπιτική ανατροφή με την κοινωνική ανατροφή.

Και μήπως και η δική μας ανατροφή δεν καθορίζεται απ’ την κοινωνία; Μήπως δεν καθορίζεται από τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες ανατρέφετε τα παιδιά σας με την άμεση ή έμμεση ανάμειξη της κοινωνίας, με το σχολείο κλπ; Την επίδραση της κοινωνίας στην ανατροφή δεν την εφευρίσκουν οι κομμουνιστές, μόνο που αλλάζουν το χαρακτήρα της, αποσπούν την ανατροφή από την επίδραση της κυρίαρχης τάξης»…

Ο Ενγκελς στο έργο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» (1884) αναφέρει:

«Με το πέρασμα των μέσων παραγωγής σε κοινή ιδιοκτησία παύει η ατομική οικογένεια να είναι κοινωνικοοικονομική μονάδα της κοινωνίας. Το ατομικό νοικοκυριό μετατρέπεται σε κοινωνικό λειτούργημα. Η περιποίηση και η ανατροφή των παιδιών γίνεται δημόσια υπόθεση»…

Στο ίδιο έργο περιέγραφε τις προϋποθέσεις για την ελευθερία του γάμου και του διαζυγίου ως εξής:

«Η πλέρια ελευθερία στη σύναψη του γάμου μπορεί τότε μονάχα να πραγματοποιηθεί γενικά, όταν η κατάργηση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής και των σχέσεων ιδιοκτησίας που δημιούργησε βγάλει από τη μέση όλους τους δευτερεύοντες οικονομικούς λόγους που και τώρα ακόμα επιδρούν τόσο πολύ στην εκλογή συζύγου. Τότε πια δε μένει κανένα άλλο κίνητρο από την αμοιβαία κλίση. […] Ο γάμος που βασίζεται στον έρωτα είναι από τη φύση του μονογαμικός. […] Αυτά όμως που θα χάσει οπωσδήποτε η μονογαμία είναι όλα τα χαρακτηριστικά που απόχτησε με την προέλευσή της από τις σχέσεις ιδιοκτησίας, και τα χαρακτηριστικά αυτά είναι πρώτα η κυριαρχία του άντρα και δεύτερο το αδιάλυτο του γάμου. […] Αν είναι ηθικός μονάχα ο γάμος που βασίζεται στην αγάπη, το ίδιο παραμένει ηθικός μονάχα ο γάμος που εξακολουθεί να υπάρχει η αγάπη. […] Πρέπει μόνο ν’ απαλλαγούν οι άνθρωποι από την ανάγκη να τσαλαβουτούν μέσα στην άχρηστη λάσπη μιας δίκης διαζυγίου»…

Ο Λένιν υποστήριζε στην εξωκομματική συνδιάσκεψη των εργατριών της Μόσχας το Σεπτέμβρη του 1919:

«[…] Για να απελευθερωθεί ολοκληρωτικά η γυναίκα …πρέπει να συμμετέχει στην κοινωνική παραγωγική εργασία. Τότε η γυναίκα θα κατέχει την ίδια θέση με τον άνδρα. Φυσικά, εδώ δεν πρόκειται για εξίσωση της γυναίκας σε ό,τι αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας, τον όγκο της εργασίας, τη διάρκειά της, τους όρους δουλειάς κλπ. αλλά πρόκειται για το εξής: Η γυναίκα να μην είναι καταπιεζόμενη λόγω της οικονομικής της θέσης σε διάκριση από τον άνδρα».

Οι θέσεις αυτές των κλασικών του Μαρξισμού – Λενινισμού δείχνουν την επικαιρότητα που έχει έως τις μέρες μας το αίτημα του ταξικά προσανατολισμένου εργατικού και του ριζοσπαστικού μαχητικού γυναικείου κινήματος, για λήψη μέτρων που θα ικανοποιούν πλήρως τις σύγχρονες ανάγκες των γυναικών, με θετικές διακρίσεις, ρυθμίσεις υπέρ τους, που καθορίζονται από την κοινωνική ανισοτιμία, το βιολογικό ρόλο και το νέο αυξημένο επίπεδο αναγκών τους.

Το γυναικείο ζήτημα έχει ιστορία χιλιάδων χρόνων. Διατρέχει όλες τις ταξικές κοινωνίες. Γι’ αυτό το λόγο προκαταλήψεις, λαθεμένες αντιλήψεις και πρακτικές εμφανίζουν πολύ μεγάλη αντοχή.

Ο Μαρξισμός τονίζει ότι σε κάθε κοινωνία επιζεί το προγενέστερο πνευματικό υλικό. Ετσι και στη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, για ένα ορισμένο διάστημα, βάραιναν οι προκαπιταλιστικές ιδέες και συνήθειες ακόμα και όταν είχε ανατραπεί η υλική – οικονομική βάση που τις γεννούσε.

Ο ρυθμός εξάλειψής τους συνδέεται με τους ρυθμούς οικοδόμησης, την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων και πρώτα της ίδιας της γυναικείας εργατικής δύναμης, την επέκταση και το βάθεμα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής και κατανομής. Αυτά τα στοιχεία επιδρούν και διαμορφώνουν την κοινωνική συνείδηση πάντα με ορισμένη χρονική υστέρηση. Στις χώρες πάντως της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μπήκαν οι βάσεις για την ισοτιμία μεταξύ αντρών και γυναικών σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις.

Τα καπιταλιστικά κράτη του Δυτικού Κόσμου μπορεί να έκαναν ορισμένες παραχωρήσεις (αστικούς εκσυγχρονισμούς) σε τομείς που αφορούν τις γυναίκες, ανάλογα πώς ήθελαν κάθε φορά να χρησιμοποιήσουν τη γυναικεία εργατική δύναμη, ακριβώς για να αυξηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου.

Ο ιδεολογικός και πολιτικός πυρήνας όμως του καπιταλισμού, δηλαδή η άρνηση της ταξικότητας της ανισοτιμίας των γυναικών, όχι μόνο παραμένει, αλλά ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες, οικονομικές και πολιτικές, προσαρμόζεται σε αντιδραστική κατεύθυνση.

Στις σημερινές συνθήκες διεύρυνσης της οικονομίας της αγοράς, η σύγχρονη στρατηγική της ΕΕ, του κεφαλαίου γενικότερα, για τις γυναίκες έχει βασικό στοιχείο την παράταση του εργάσιμου βίου και ταυτόχρονα τη συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης για αύξηση της παραγωγής ή ιδιοποίηση της υπεραξίας, του κέρδους του καπιταλιστή.

Οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις και η μερική απασχόληση υπηρετούν αυτόν το στόχο του κεφαλαίου. Πρώτα εφαρμόστηκαν στις εργαζόμενες γυναίκες και τους νέους, στο όνομα των ψευδεπίγραφων «ιδιαίτερων» αναγκών τους για… περισσότερο ελεύθερο χρόνο για τη φροντίδα της οικογένειας, το «συνδυασμό οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων» ή για τη μελέτη των σπουδαστών και στη συνέχεια γενικεύτηκαν κυρίως στους εργαζόμενους στον τομέα των υπηρεσιών.

Αξιοποιείται αντιδραστικά η σχέση της γυναίκας με τη μητρότητα και γενικότερα με την οικογένεια, χρησιμοποιώντας τη γυναικεία εργασία στις πιο κακοπληρωμένες δουλειές, ασταθείς και στερημένες από τα συλλογικά κατοχυρωμένα εργασιακά δικαιώματα, ως συμπληρωματική στο οικογενειακό εισόδημα σε υποβαθμισμένες υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας της Τοπικής Διοίκησης ή σε διάφορες ΜΚΟ και «συνεταιρισμούς» (άτυπη μέριμνα την ονομάζει η ΕΕ), ληξιπρόθεσμα ανάλογα προγράμματα της ΕΕ και σε ευκαιριακά ή αυτά της «επιχειρηματικότητας», της «κατάρτισης» και της «διά βίου εκπαίδευσης»…

Οι συνθήκες της οικονομικής κρίσης πυροδοτούν τις πιο ακραίες αντιλήψεις για τον «κοινωνικό ρόλο» της γυναίκας στο σπίτι, στη φροντίδα των παιδιών και των υπερηλίκων. Ταυτόχρονα, η αστική τάξη, για να ικανοποιήσει την ανάγκη του κεφαλαίου για αύξηση της γυναικείας μισθωτής εργασίας, διαχειρίζεται τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες για υπηρεσίες πρόνοιας με παροχή υποβαθμισμένων και εμπορευματοποιημένων ανάλογων υπηρεσιών της Τοπικής Διοίκησης όπως προγράμματα λειτουργίας βρεφονηπιακών σταθμών, «Βοήθεια στο Σπίτι», Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών και ΑμεΑ κλπ. ή με υπηρεσίες του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα.

Η αστική αρχή της «ισότητας» στο πλαίσιο του εκμεταλλευτικού συστήματος, της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής στο όνομα των «ίσων ευκαιριών», στην πράξη παίρνει το περιεχόμενο της περικοπής ή και κατάργησης ιδιαίτερων κατακτήσεων, θετικών ρυθμίσεων υπέρ των εργαζόμενων γυναικών. Π.χ. η απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών στη βιομηχανία, η διαφορά στα ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης με αυτά των αντρών κλπ.

Στη θέση των συλλογικών εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων ανακηρύσσεται ως μέγιστο δημοκρατικό δικαίωμα η ατομική ικανότητα. Στην ταξική κοινωνία των άνισων ταξικών δικαιωμάτων μόνο με άνισο τρόπο μπορεί να αναπτυχθεί οποιαδήποτε ικανότητα.

Το κάλεσμα αστών, ρεφορμιστών και οπορτουνιστών για μαζική συμμετοχή των γυναικών στα όργανα, στους θεσμούς και στους μηχανισμούς του αστικού κράτους είναι φερετζές, για να συγκαλυφθεί ο ταξικός χαρακτήρας της πολιτικής τους. Παράλληλη επιδίωξή τους είναι ο εκμαυλισμός των συνειδήσεων των πρωτοπόρων γυναικών που μετέχουν στο κίνημα, με στόχο την ενσωμάτωσή τους.

H ικανοποίηση των σύγχρονων δικαιωμάτων των γυναικών στο σύνολό τους δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ανάγκη. Η συμμετοχή των γυναικών παντού, στα εργατικά σωματεία, στις ενώσεις επαγγελματιών, στους αγροτικούς και στους γυναικείους συλλόγους, στα Δημοτικά και Περιφερειακά Συμβούλια, στο Κοινοβούλιο, μπορεί να είναι ουσιαστική εφόσον ακολουθεί το δρόμο της ελπίδας, της πάλης για μια ζωή με σύγχρονα δικαιώματα στην εργασία, στην κοινωνική στήριξη της μητρότητας, της εργατικής – λαϊκής οικογένειας, στο δημιουργικό ελεύθερο χρόνο, με βάση τις δυνατότητες που υπάρχουν στον 21ο αιώνα.

Η ιστορική επέτειος της 8ης Μάρτη, που είναι αφιερωμένη στους σκληρούς απεργιακούς αγώνες των εργατριών και εργατών για ίσα μεροκάματα ανδρών και γυναικών, για ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς, για λιγότερες ώρες εργασίας, πρέπει να αναδεικνύει πως: Το πραγματικά προοδευτικό στην Ιστορία των κοινωνιών, της ταξικής πάλης, είναι να μην υποτάσσεσαι σε αρνητικούς συσχετισμούς, αλλά να παλεύεις για να τους αλλάξεις, για να προχωρήσει η κοινωνία μπροστά, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, να χτιστεί σε γερά θεμέλια η ισοτιμία και η χειραφέτηση της γυναίκας.