Τράπεζες: Μαζικό «λουκέτο» σε υποκαταστήματα – Χιλιάδες απολύσεις – Δημιουργία εργαζομένων «λάστιχο»

Οι τράπεζες «πάτησαν το κουμπί» της διάλυσης! Με την… επίφαση της κρίσης, κάνουν πράξη το σχέδιο που έχει εκπονηθεί εδώ και καιρό και λειτουργώντας ως «άτυπο trust» αποφάσισαν το κλείσιμο δεκάδων υποκαταστημάτων ανά την επικράτεια. Συνδυαστικά με προγράμματα εθελουσίας εξόδου, ετοιμάζονται να στείλουν στην ανεργία, χιλιάδες τραπεζοϋπαλλήλους.\

Ήδη η Τράπεζα Πειραιώς γνωστοποίησε την πρόθεσή της να «βάλει λουκέτο» σε 53 υποκαταστήματα πανελλαδικά και σε άλλα 41 η Εθνική Τράπεζα! Είναι προφανές ότι με αυτή την επιλογή, μεγάλοι «χαμένοι» εκτός από τους εργαζόμενους είναι οι κάτοικοι κυρίως απομακρυσμένων περιοχών, που δεν θα μπορούν να έχουν ισότιμη πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, όπως οι υπόλοιποι.

Την ίδια στιγμή που οι τράπεζες δείχνουν την «πόρτα της εξόδου» σε χιλιάδες εργαζόμενους, κάνουν ευρεία χρήση των εργολαβιών για να καλύψουν τις κενές θέσεις εργασίας, όπως και της μεταφοράς προσωπικού από «τρίτες εταιρίες» (πχ call centers). Έτσι, πετυχαίνουν να καλύπτουν τα κενά στις θέσεις απασχόλησης, με εργαζόμενους μειωμένων αποδοχών, άρα να περιορίζουν και το λειτουργικό τους κόστος. Έτσι, φαίνεται ολοκάθαρα ότι οι τράπεζες θέλουν να περιορίσουν το προσωπικό τους, όχι επειδή δεν το έχουν ανάγκη, αλλά μόνο επειδή θέλουν να μειώσουν το κόστος λειτουργίας τους.

Ας δούμε όμως τα επίσημα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η ΟΤΟΕ και τα οποία δείχνουν ανάγλυφα το μέγεθος του προβλήματος στον κλάδο των τραπεζοϋπαλλήλων:

  • Στη χώρα μας αντιστοιχεί   σήμερα ένας τραπεζοϋπάλληλος σε  292 κατοίκους, ενώ στην Ευρωζώνη ένας σε 185 κατοίκους. Με άλλα λόγια, για να πλησιάσει το τραπεζικό μας σύστημα τον  μέσο όρο της Ευρωζώνης, θα έπρεπε να λειτουργεί με 37% παραπάνω εργαζόμενους!
  • το 2010 είχαμε 41,3 καταστήματα εμπορικών Τραπεζών ανά 100.000 κατοίκους.  Το 2019 μόλις 19,2 καταστήματα ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 38,8 καταστημάτων ανά 100.000 κατοίκους στην Ιταλία, 34,3 στην (ανεπτυγμένη ψηφιακά) Γαλλία, 38,2 στην Πορτογαλία και 49,7 στην Ισπανία!
  • το 2019 ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη ήταν ένα τραπεζικό κατάστημα ανά 2.530 κατοίκους. Στην Ελλάδα (με τις γνωστές γεωγραφικές ιδιομορφίες…) αντιστοιχούσε ένα κατάστημα σε 5.662 κατοίκους!
  • αλλά και στα ΑΤΜ, που διευκολύνουν τις συναλλαγές, είχαμε αναλογικά με τον πληθυσμό μείωση, έναντι αύξησης στην Ε.Ε. το ίδιο διάστημα.
  • Η απόφαση για κλείσιμο καταστημάτων σε ακριτικές και απομακρυσμένες περιοχές ή σε πυκνοκατοικημένες γεωγραφικές ενότητες του αστικού ιστού, είναι ξεκάθαρο ότι παίρνεται ύστερα από συνεννόηση μεταξύ των 4 συστημικών τραπεζών για το ποιο υποκατάστημα ποιας τράπεζας θα παραμείνει σε κάθε περιοχή. Μια τέτοια μεθόδευση, εκτός από τον αποκλεισμό μεγάλων πληθυσμιακών τμημάτων πολιτών σε παραμεθόριες και όχι μόνο περιοχές της πατρίδας από το τραπεζικό σύστημα, εμπεριέχει και στοιχεία νόθευσης του ανταγωνισμού, με το τραπεζικό σύστημα να αποκτά μονοπωλιακά χαρακτηριστικά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα συμφέροντα της κοινωνίας.
  • Με την απουσία της φυσικής παρουσίας του τραπεζοϋπάλληλου, οδηγείται το συναλλασσόμενο κοινό στα εναλλακτικά δίκτυα (ΑΤΜ, διάφορες ιντερνετικές πλατφόρμες, κλπ) με αποτέλεσμα ο αποκλεισμός από το τραπεζικό σύστημα των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων να γίνεται ακόμα πιο έντονος. Αρκεί να αναλογιστεί κάποιος μια ατομική επιχείρηση ή μια μικρομεσαία επιχείρηση με όχι και τόσο οργανωμένο λογιστήριο, να πρέπει να καταθέσει σε μια πλατφόρμα όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και οικονομικά στοιχεία για την έγκριση ενός απλού κεφαλαίου κίνησης; Όταν αυτή τη δουλειά ουσιαστικά την έκανε σε κάποιο υποκατάστημα ένα εξειδικευμένο τραπεζικό στέλεχος, τώρα με την απουσία αυτού του καταστήματος και του στελέχους, η πρόσβαση σε τραπεζικά προϊόντα  θα είναι, αν όχι αδύνατη, τουλάχιστον πολύ πιο δύσκολη.
  • Το τραπεζικό σύστημα διαχρονικά αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο (δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι παγκοσμίως και ανάλογα με τον πληθυσμό λειτουργούν περισσότερα τραπεζικά υποκαταστήματα απ’ ότι στη χώρα μας) στηρίζει την πίστη που προσφέρει είτε καταθετική είτε δανειακή,  στη σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύσσεται μεταξύ του πελάτη και του τραπεζικού στελέχους που τον εξυπηρετεί. Αυτή η σχέση εμπιστοσύνης, με τη συρρίκνωση του δικτύου καταστημάτων και με την υποχρεωτική ώθηση της πελατείας στα εναλλακτικά δίκτυα εξυπηρέτησης, ουσιαστικά διαρρηγνύεται με ολέθρια αποτελέσματα τόσο για το μέλλον των τραπεζών όσο και για την ίδια τη κοινωνία.
  • Σε μια περίοδο όπου λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης αλλά και λόγω της πανδημίας δοκιμάζεται η συνοχή του κοινωνικού ιστού και σε μια περίοδο αρνητικών εξελίξεων στα εθνικά μας θέματα, το κλείσιμο τραπεζικών καταστημάτων σε παραμεθόριες περιοχές, στέλνει ένα ακόμα αρνητικό μήνυμα στους συμπολίτες μας, όταν καλούνται να επιδείξουν «ατομική ευθύνη» και να συμβάλλουν στην οικονομική ανασύνταξη της χώρας.
  • Στις διοικήσεις των τραπεζών και κυρίως σε αυτές που ο βασικός μέτοχος μέσω του ΤΧΣ παραμένει το ελληνικό δημόσιο (Τράπεζα Πειραιώς: κλείσιμο 53 καταστημάτων και Εθνική Τράπεζα: κλείσιμο 41 καταστημάτων) , θα πρέπει  η κυβέρνηση να επιβάλλει τη ματαίωση τέτοιων επικίνδυνων αποφάσεων για την οικονομία και το κοινωνικό σύνολο.
  • Η συνολική απόφαση όλων των τραπεζών για κλείσιμο καταστημάτων σε όλη τη χώρα στοχεύει κυρίως στη μείωση των θέσεων εργασίας και άρα του εργατικού κόστους, αφού ταυτόχρονα εξελίσσονται και μεγάλα προγράμματα εθελούσιων εξόδων σε όλες τις τράπεζες. Συνοδεύονται μάλιστα αυτά τα προγράμματα με ένα πρωτοφανές κύμα εκβιαστικών διλημμάτων, κυρίως στους εργαζόμενους των υπό κατάργηση υποκαταστημάτων, όταν ουσιαστικά διαμηνύουν σε αυτούς τους εργαζόμενους να κάνουν χρήση της εθελούσιας γιατί δεν θα έχουν δουλειά την επόμενη μέρα του κλεισίματος του υποκαταστήματος που εργάζονται. Το απόγειο των εκβιαστικών διλημμάτων είναι η μεθόδευση, όπως πρόσφατα έκανε η Τράπεζα Πειραιώς, διαθεσιμότητας και επιβολής σε αναγκαστική άδεια όσων υπαλλήλων από τα καταστήματα που κλείνουν δεν επιλέξουν τη «λύση» της εθελούσιας.

Τέλος ενώ οι Διοικήσεις των Τραπεζών από τη μία υλοποιούν το σχέδιο συρρίκνωσης του δικτύου καταστημάτων τους, με απώτερο και βασικό στόχο τη μείωση των θέσεων εργασίας, από την άλλη χρησιμοποιούν εργαζόμενους εργολαβικούς με την απόσχιση εργασιών σε τρίτες εταιρείες (π.χ. διαχείριση κόκκινων δανείων, call centers, εργασίες πληροφορικής κλπ). Ουσιαστικά δηλαδή υποκαθιστούν την σταθερή και με δικαιώματα εργασία με μορφές ευέλικτης, φτηνής και χωρίς δικαιώματα απασχόλησης. Εκπέμπουν, δηλαδή, ευθέως το μήνυμα όχι ότι δεν έχουν ανάγκη από εργαζόμενους αλλά ότι θέλουν εργαζόμενους με ελαστικές εργασιακές σχέσεις και μειωμένες αμοιβές σε σχέση με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που έχουν εδώ και δεκαετίες υπογραφεί και εφαρμόζονται στους τραπεζοϋπάλληλους. Και βέβαια να μη ξεχνάμε τα αμφιβόλου αξίας και τραπεζικής γνώσης, golden boys & girls , η αθρόα πρόσληψη των οποίων από την ελεύθερη αγορά με ατομικές συμβάσεις εργασίες, υπέρογκους μισθούς και παχυλά bonus για την κάλυψη ανώτερων και ανώτατων θέσεων εργασίας, ενισχύουν τη στρατηγική των τραπεζών για εργαζόμενους πολλών ταχυτήτων αφενός και ωθούν στην «εθελούσια» έξοδο αφετέρου, ικανά τραπεζικά στελέχη στα οποία στηρίχθηκε η ουσιαστική τραπεζική λειτουργία και όχι η φούσκα των golden boys & girls.