Συντάξεις χηρείας: Πότε δεν πέφτουν κάτω από 360 ευρώ – Τι ισχύει μετά την τριετία – Παραδείγματα

Πηγή: Pixabay

Με εγκύκλιο του υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Πάνου Τσακλόγλου δίνονται διευκρινίσεις για τις συντάξεις χηρεία και την εθνική σύνταξη, σε τέσσερα διακριτά και, ταυτόχρονα, συνδεόμενα μεταξύ τους ζητήματα.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, βασικός σκοπός της εγκυκλίου, η οποία δεν έχει αναδρομική ισχύ, είναι η αποσαφήνιση των κειμένων διατάξεων, για να δοθούν διευκρινήσεις σε ερωτήματα του e-ΕΦΚΑ και ολοκληρωμένες οδηγίες για την αποτελεσματική ανάπτυξη των πληροφοριακών συστημάτων και λογισμικών του Φορέα, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η άρτια εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων και η εύρυθμη λειτουργία του κοινωνικοασφαλιστικού μας συστήματος.

Σε ό,τι αφορά τις συντάξεις χηρείας αποσαφηνίζονται τα εξής:

Το ανώτατο και το κατώτατο όριο σύνταξης λόγω θανάτου

Το συνολικό ποσό των κατά μεταβίβαση συντάξεων που καταβάλλονται στα δικαιοδόχα πρόσωπα (σύζυγος, τέκνα) λόγω θανάτου του συνταξιούχου δεν μπορεί να υπερβαίνει τη σύνταξη του θανόντος. Αντιστοίχως, το ποσό του συνόλου των κατά μεταβίβαση συντάξεων που καταβάλλονται στα δικαιοδόχα πρόσωπα δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο των 360 ευρώ.

Εξαίρεση αποτελούν τα ορφανά τέκνα και από τους δύο γονείς στα οποία το κατώτατο όριο δεν επιμερίζεται αλλά το καθένα λαμβάνει τουλάχιστον το κατώτατο όριο.

Το πλήθος δικαιωμάτων σε ανταποδοτική σύνταξη επί σώρευσης συντάξεων διαφορετικής αιτίας στο πρόσωπο του θανόντος

Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου που ελάμβανε δύο ανταποδοτικές συντάξεις, το δικαίωμα των δικαιοδόχων στη σύνταξη του θανόντος είναι ενιαίο και αδιαίρετο, ανεξαρτήτως του πλήθους και του είδους των δικαιωμάτων που μεταβιβάζονται από τον θανόντα.

Τι ισχύει μετά την πρώτη τριετία

Για τα τρία πρώτα χρόνια μετά το θάνατο του συνταξιούχου, καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο ολόκληρη η σύνταξη χηρείας, η οποία ισούται με το 70% της σύνταξης του θανόντος.  Οι κανόνες σώρευσης της εθνικής σύνταξης, όπως αναλύθηκαν παραπάνω, εφαρμόζονται απαρέγκλιτα.

Με το πέρας της πρώτης τριετίας, πάντα σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, η σύνταξη προσαρμόζεται και  καταβάλλεται το ήμισυ αυτής (δηλαδή, το 35% της σύνταξης του θανόντος), εφόσον ο επιζών εργάζεται ή αυτοαπασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε άλλη πηγή. Εάν ο επιζών σύζυγος είναι ανάπηρος σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, εξακολουθεί να λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη χηρείας, χωρίς περικοπή, για όσο διαρκεί η αναπηρία.

Αναλυτικά στην εγκύκλιο αναφέρονται τα εξής:

Κατώτατο και ανώτατο όριο σύνταξης αιτία θανάτου (παρ. 4Β του άρθρου 12 του ν.4384/2016)

Σύμφωνα με την υποπαρ. Β της παρ. 4 του άρθρου 12 του ν.4387/2016:

«4Β. Το συνολικό ποσό της κατά μεταβίβαση σύνταξης του επιζώντος συζύγου και των τέκνων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης του θανόντος. Σε περίπτωση που το άθροισμα των ποσοστών των δικαιούχων υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης του θανόντος περιορίζεται ισόποσα το ποσοστό των τέκνων.

(4.Β.α) Το συνολικό ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου του επιζώντος ή/και του διαζευγμένου συζύγου, δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού της εθνικής σύνταξης του άρθρου 7 του παρόντος νόμου που αντιστοιχεί σε είκοσι (20) έτη ασφάλισης. Εάν ο χρόνος ασφάλισης του θανόντος είναι μικρότερος των είκοσι (20) ετών, το ως άνω ποσό βαίνει μειούμενο κατά 1,25% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των είκοσι (20) ετών και μέχρι τη συμπλήρωση δεκαπέντε (15) ετών ασφάλισης. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο των δεκαπέντε (15) ετών, το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου του επιζώντος ή/και του διαζευγμένου συζύγου δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των τριακοσίων εξήντα (360) ευρώ. Τα ποσά των προηγούμενων εδαφίων επιμερίζονται μεταξύ επιζώντος και διαζευγμένου συζύγου, σύμφωνα με τα ποσοστά που προβλέπονται στην υποπερίπτωση β΄ της περίπτωσης Α΄ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

(4.Β.β) Σε περίπτωση ύπαρξης δικαιοδόχων τέκνων, το συνολικό ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου που δικαιούνται όλα τα δικαιοδόχα τέκνα υπολογίζεται, αντίστοιχα, ανάλογα με τα έτη ασφάλισης της προηγούμενης περίπτωσης και επιμερίζεται μεταξύ των δικαιοδόχων τέκνων, σύμφωνα με τα ποσοστά που προβλέπονται στην υποπερίπτωση γ΄ της περίπτωσης Α΄ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. Σε καμία περίπτωση το άθροισμα του ποσού της σύνταξης των δικαιοδόχων τέκνων δεν μπορεί να υπολείπεται των ανωτέρω, ανάλογα με τα έτη ασφάλισης του θανόντος, ποσών. Σε περίπτωση, όμως, ορφανών τέκνων και από δύο (2) γονείς, το ποσό της σύνταξης που χορηγείται σε έκαστο εξ αυτών δεν μπορεί να υπολείπεται των ανωτέρω ποσών.

(4.Β.γ) Στις περιπτώσεις συνταξιούχων λόγω θανάτου του πρώην ΟΓΑ το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου που προκύπτει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 99 του παρόντος νόμου για κάθε δικαιοδόχο πρόσωπο (επιζώντα ή/και διαζευγμένο σύζυγο και δικαιοδόχα τέκνα) δεν μπορεί να υπολείπεται των ποσών των ανωτέρω περιπτώσεων α’ και β’.

Όταν χορηγείται το κατώτατο όριο σύνταξης λόγω θανάτου σε τουλάχιστον ένα (1) από τα δικαιοδόχα πρόσωπα δεν εφαρμόζονται τα δύο πρώτα εδάφια της περίπτωσης Β΄ της παρούσας παραγράφου.»

Το ύψος του κατώτατου ορίου (Κ.Ο.) της κατά μεταβίβαση σύνταξης θανάτου διαμορφώνεται, με βάση τα ανωτέρω, από 360€ έως 384€. Με βάση τα ανωτέρω, το κατώτατο όριο (Κ.Ο.) της κατά μεταβίβαση σύνταξης θανάτου επιμερίζεται ως εξής:

  • Για το σύζυγο ή και το διαζευγμένο, όταν συντρέχουν ως δικαιούχοι, το Κ.Ο. επιμερίζεται μεταξύ τους κατά το ποσοστό που δικαιούνται.
  • Για τα ετεροπλεύρως ορφανά τέκνα, όταν συντρέχουν περισσότερα τέκνα, το Κ.Ο. επιμερίζεται μεταξύ τους κατά το ποσοστό που δικαιούνται.
  • Για τα αμφοτεροπλεύρως ορφανά τέκνα, όταν συντρέχουν περισσότερα τέκνα, το ποσό του κατώτατου ορίου ΔΕΝ επιμερίζεται, και έκαστο λαμβάνει τουλάχιστον το Κ.Ο.. Σημειώνεται ότι σε περίπτωση που υπάρχει δεύτερο δικαίωμα κατά μεταβίβαση (σύνταξη και από τον έτερο γονέα) το Κ.Ο. εφαρμόζεται αυτοτελώς σε κάθε σύνταξη, αφού πρόκειται για περισσότερα δικαιώματα σε διαφορετικές συντάξεις.
  • Σε περίπτωση σύνταξης αιτία θανάτου λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου, το ποσό του κατώτατου ορίου για τη σύνταξη του θανόντος ανέρχεται σε 768€ τα οποία επιμερίζονται στους δικαιούχους σύμφωνα με τα ανωτέρω.
  • Σημειώνουμε ότι δεν χορηγούνται περισσότερα κατώτατα όρια, εάν χορηγούνται «περισσότερες» συντάξεις χηρείας, υπό την έννοια ότι ο θανών ελάμβανε συντάξεις είτε από περισσότερους πρώην φορείς, είτε από περισσότερες αιτίες, είτε συνδυαστικά. Το δικαίωμα στη σύνταξη αιτία θανάτου είναι ένα και ενιαίο και αφορά στο σύνολο της συνταξιοδοτικής παροχής που ελάμβανε ο θανών από τον e-ΕΦΚΑ. Τα ανωτέρω προκύπτουν ευθέως από το νόμο, ο οποίος αναφέρεται σε «συνολικό ποσό σύνταξης λόγω θανάτου» (παρ. 4βα) και «Το ποσό της σύνταξης των ανωτέρω δικαιούχων υπολογίζεται επί του ποσού της σύνταξης που δικαιούται ή που έχει δικαιωθεί ο θανών» (παρ. 4α). Τα ανωτέρω ισχύουν και για τις αναπροσαρμοσμένες σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 33 συντάξεις που μεταβιβάζονται (επέρχεται ο θάνατος) μετά την έναρξη ισχύος του ν.4387/2016.

Ως προς το πλήθος δικαιωμάτων σε ανταποδοτική σύνταξη επί σώρευσης συντάξεων διαφορετικής αιτίας στο πρόσωπο θανόντα

Σύμφωνα με το ν.4387/2016 η σύνταξη που χορηγεί ο e-ΕΦΚΑ μπορεί να αποτελείται από: (α) την εθνική σύνταξη (άρθρο 7), (β) την ανταποδοτική σύνταξη (άρθρα 8 και 28), και (γ) την προσαύξηση λόγω παράλληλης ασφάλισης (17 και 36Α) ή λόγω καταβολής υψηλότερων εισφορών (άρθρο 30). Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος θεμελιώνει με βάση τις γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις των ενταγμένων φορέων και δεύτερο δικαίωμα λήψης σύνταξης, αυτός δύναται να λάβει ή έχει ήδη λάβει δεύτερη ανταποδοτική σύνταξη. Τα πρόσωπα που συνταξιοδοτούνται από 13.05.2016 και έπειτα μπορούν είτε να λάβουν περισσότερες ανταποδοτικές συντάξεις, είτε να χρησιμοποιήσουν το χρόνο ασφάλισής τους που είναι διαδοχικός ώστε να λάβουν μία υψηλότερη ανταποδοτική, είτε να λάβουν μία ανταποδοτική και προσαύξηση λόγω παράλληλης ασφάλισης, όπου αυτή συντρέχει, καθώς και σε κάθε περίπτωση προσαύξηση λόγω καταβολής επιπλέον εισφορών.

Σε περίπτωση συνταξιούχων κατά μεταβίβαση, το δικαίωμα στη σύνταξη είναι ένα και αδιαίρετο, ανεξαρτήτως του πλήθους και του είδους των δικαιωμάτων που μεταβιβάζονται από τον θανόντα.

Παράδειγμα

Ο συνταξιούχος Α ελάμβανε δύο συντάξεις πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016. Αυτές αναπροσαρμόστηκαν με βάση το άρθρο 14 ή 33 και τη σχετική ΥΑ. Ο συνταξιούχος αποβιώνει το 2020. Ο επιζών σύζυγος Β θα λάβει το 70% του συνόλου των συντάξεων του θανόντος, ως ένα δικαίωμα.

Περικοπή σύνταξης μετά την πάροδο της τριετίας (παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 4387/2016)

Σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 12 του ν.4387/2016:

«5.α) Στον επιζώντα σύζυγο καταβάλλεται ολόκληρη η σύνταξη για μία τριετία από την πρώτη του επομένου του θανάτου μήνα.

β) Μετά την πάροδο της τριετίας, αν ο επιζών εργάζεται ή αυτοαπασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, καταβάλλεται, αναλόγως της χρονικής διάρκειας της εργασίας ή αυτοαπασχόλησης, το πενήντα τοις εκατό (50%) της σύνταξης, η οποία δεν μπορεί να υπολείπεται των κατώτατων ορίων των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της υποπαραγράφου Β΄ της παραγράφου 4.

γ) Εάν ο επιζών σύζυγος, κατά την ημερομηνία θανάτου, είναι ανάπηρος σωματικά ή πνευματικά σε ποσοστό 67% και άνω, λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναπηρία του, ανεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων.»

Με βάση τα ανωτέρω, σε περίπτωση που ο/η επιζών-ούσα σύζυγος μετά την πάροδο της τριετίας βρεθεί να λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, τότε η σύνταξη χηρείας καταβάλλεται εφεξής μειωμένη κατά 50%.

Αναφορικά με το συγκεκριμένο εδάφιο, σημειώνονται τα ακόλουθα:

  • Καταβάλλεται το 50% της σύνταξης που ελάμβανε ο επιζών σύζυγος, δηλαδή το 50% του 70% της σύνταξης του θανόντος (το 35% της σύνταξης του θανόντος).
  • Με τη φράση «σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή», δεν νοείται η σύνταξη χηρείας. Το δικαίωμα σε σύνταξη χηρείας είναι ένα, και υπολογίζεται επί του συνολικού ποσού συντάξεων που ελάμβανε ο θανών από τον e-ΕΦΚΑ. Έτσι, σε περίπτωση που ο θανών ελάμβανε δύο συντάξεις λόγω γήρατος (π.χ. μηχανικός του Δημοσίου, παλαιός ασφαλισμένος, ο οποίος λαμβάνει μία σύνταξη από το πρώην ΤΣΜΕΔΕ και μία από το πρώην Δημόσιο) ή ελάμβανε μία σύνταξη γήρατος και μία σύνταξη αναπηρίας, τότε μεταβιβάζονται όλες στο δικαιούχο σύμφωνα με το άρθρο 12, ως ένα δικαίωμα. Τονίζουμε, ότι η απεικόνιση αυτών στο πληροφοριακό σύστημα ως περισσοτέρων συντάξεων, δεν επηρεάζει την αδιαίρετη φύση του δικαιώματος σε σύνταξη αιτία θανάτου.
  • Ως «σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή» νοούνται ενδεικτικά: (α) η σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος του δικαιούχου (π.χ. σύζυγος η οποία λαμβάνει από δικό της δικαίωμα σύνταξη γήρατος (β) σύνταξη από μη ενταγμένο στον e-ΕΦΚΑ φορέα κύριας ασφάλισης (π.χ. Τράπεζα της Ελλάδος).
  • Οι κανόνες σώρευσης, όπως προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις και αναλύονται ειδικώς στο μέρος Α της παρούσας, εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις της ενότητας Δ.

Παραδείγματα

Παράδειγμα 1: Αν ο επιζών σύζυγος δεν είναι συνταξιούχος κατά το θάνατο του συζύγου του, τότε κατά την πρώτη τριετία λαμβάνει το 70% του συνόλου της σύνταξης του θανόντος (εθνικής και ανταποδοτικής/ών). Μετά την πάροδο της τριετίας και εφόσον ο επιζών σύζυγος εργάζεται, τότε η σύνταξη λόγω θανάτου περικόπτεται κατά το ήμισυ αυτής, ανερχόμενη σε ποσοστό 35% της σύνταξης του θανόντος.

Παράδειγμα 2: Αν ο επιζών σύζυγος είναι ήδη συνταξιούχος (από οποιαδήποτε αιτία) ή καθίσταται συνταξιούχος μετά το θάνατο του συζύγου, αρχικώς υπολογίζεται η κατά μεταβίβαση σύνταξη επί του συνόλου της σύνταξης του θανόντος (εθνική και ανταποδοτική/ες). Κατόπιν, εφαρμόζονται οι κανόνες σώρευσης επί του μέρους της εθνικής σύνταξης, έτσι ώστε η καταβαλλόμενη εθνική σύνταξη να μην υπερβαίνει τα 384 ευρώ, από οποιαδήποτε αιτία. Συνεπώς στο εν λόγω παράδειγμα, ο επιζών σύζυγος λαμβάνει κατά την πρώτη τριετία το 70% της ανταποδοτικής σύνταξης του θανόντος και από την εθνική σύνταξη αυτού λαμβάνει ποσό τέτοιο, ώστε αθροιζόμενο με τη δική του εθνική σύνταξη να μην υπερβαίνει τα 384 ευρώ. Εάν ο επιζών σύζυγος λαμβάνει ήδη πλήρες ποσό εθνικής σύνταξης, δεν δικαιούται να σωρεύσει ποσό από την εθνική σύνταξη του θανόντος συζύγου. Μετά την πάροδο της τριετίας, η καταβαλλόμενη σύνταξη λόγω θανάτου περικόπτεται κατά το ήμισυ.

Τέλος, σημειώνεται ότι τα οικονομικά αποτελέσματα της παρούσας εγκυκλίου εφαρμόζονται από την ημερομηνία δημοσίευσής της και εφεξής.

Εγκυκλιος-σωρευσης-final