Είναι ασφαλής η κατανάλωση ασπαρτάμης;

 

 

Η ασπαρτάμη δημιουργείται από την ένωση των αμινοξέων ασπαρτικό οξύ και φαινυλαλανίνη, τα οποία είναι τα πρόδρομα μόρια των πρωτεϊνών. Εμείς το ξέρουμε ως ένα από τα πιο κοινά γλυκαντικά υποκατάστατα της ζάχαρης στη σημερινή εποχή. Χρησιμοποιείται σε πάρα πολλές τροφές ως γλυκαντικό με πολύ λιγότερες θερμίδες (παρέχει περίπου 4Kcal/g), αλλά η θερμιδική της συνεισφορά μπορεί να θεωρηθεί μηδενική λόγω της ελάχιστης ποσότητας που απαιτείται για την επίτευξη του ίδιου γλυκαντικού αποτελέσματος με τη ζάχαρη, καθώς είναι 180-200 φορές γλυκύτερη.

  Γράφει ο  Δημήτρης Χουτόπουλος 

Ωστόσο κάποιες φήμες (που προβάλλονται τελευταία πιο έντονα) λένε πως η ασπαρτάμη δεν είναι τόσο …αθώα όσο φαίνεται και ότι προκαλεί μια σειρά προβλημάτων υγείας, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου…

Πώς λειτουργεί η ασπαρτάμη;

Τα περισσότερα προϊόντα τροφίμων στις μέρες μας περιλαμβάνουν ασπαρτάμη σαν γλυκαντικό, ενώ ακόμα περιέχεται και σε κάποια φάρμακα για πιο ευχάριστη γεύση. Χρησιμοποιείται για να προσδώσει γλυκύτητα σε μία ποικιλία τροφίμων και μη-αλκοολούχων ποτών όπως αναψυκτικά, επιδόρπια, γλυκά, τσίχλες, γιαούρτια, προϊόντα μειωμένων θερμίδων και προϊόντα ελέγχου βάρους, αλλά και ως επιτραπέζιο γλυκαντικό.

Η χρήση της έχει εγκριθεί τα τελευταία 20 χρόνια σε πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο ακολουθώντας ενδελεχή αξιολόγηση της ασφάλειάς της. Μετά την εισαγωγή της στον οργανισμό, η ασπαρτάμη μεταβολίζεται στο έντερο παρέχοντας τρία συστατικά: ασπαρτικό οξύ, φαινυλανανίνη και μεθανόλη. Όλες αυτές οι ουσίες απορροφούνται φυσιολογικά από τον οργανισμό. Η ασπαρτάμη η ίδια δεν εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος, ούτε συσσωρεύεται στο σώμα. Τα τρία προϊόντα μεταβολισμού της ασπαρτάμης υπάρχουν φυσικά και σε άλλα τρόφιμα που χρησιμοποιούνται από τον οργανισμό για διάφορες λειτουργίες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Σε σύγκριση με τα κοινά τρόφιμα, η ποσότητα των συστατικών αυτών που λαμβάνονται από την ασπαρτάμη είναι πολύ μικρή. Για παράδειγμα, το άπαχο γάλα περιέχει περίπου 6 φορές περισσότερη ποσότητα φαινυλαλανίνης και 13 φορές περισσότερη ποσότητα ασπαρτικού οξέος σε σύγκριση με τις αντίστοιχες ποσότητες που εμπεριέχονται σε ένα διαιτητικό μη αλκοολούχο ποτό με ασπαρτάμη.

Για την ασπαρτάμη συχνά αναφέρεται ως παράγοντας ανησυχίας η παραγόμενη κατά το μεταβολισμό της μεθανόλη η οποία σε μεγάλες ποσότητες μπορεί να γίνει τοξική για το άτομο, όμως η ποσότητα η οποία προέρχεται από τη διάσπαση της ασπαρτάμης στα τρόφιμα δεν μπορεί να προκαλέσει πρόβλημα στην υγεία του ατόμου. Επίσης, το ασπαρτικό οξύ και η φαινυλαλανίνη δεν προκαλούν κάποια προβλήματα εκτός από τις περιπτώσεις που το άτομο πάσχει από φαινυλκετονουρία (σύνδρομο κατά το οποίο αδυνατεί ο οργανισμός να διασπάσει την φαινυλανίνη σε τυροσίνη), οπότε αυτά τα άτομα θα πρέπει να αποφεύγουν την κατανάλωση ασπαρτάμης.

Πώς ρυθμίζεται η δόση της ασπαρτάμης;

Στις ΗΠΑ τα τεχνικά γλυκαντικά όπως η ασπαρτάμη (sweetener) ρυθμίζονται όσον αφορά τη δοσολογία από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (Food and Drug Administration – FDA). Τα προϊόντα αυτά ελέγχονται για την ασφάλεια και την αξιοπιστία τους από τη FDA και στη συνέχεια κυκλοφορούν στην αγορά. Η FDA επίσης ορίζει και ένα αποδεκτό ημερήσιο μέτρο πρόσληψης αυτών των ουσιών (Acceptable Daily Intake – ADI) για κάθε γλυκαντικό, το οποίο θεωρείται ως η μέγιστη τιμή πρόσληψης του κάθε γλυκαντικού που μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής για το άτομο σε ημερήσια κατανάλωση. Ωστόσο η τιμή του ADI έχει ρυθμιστεί να είναι 100 φορές λιγότερη από την ελάχιστη τιμή πρόσληψης η οποία μπορεί να προκαλέσει κάποιο πρόβλημα υγείας, σύμφωνα με έρευνες που έγιναν σε ζώα στο εργαστήριο. Για την ασπαρτάμη το ADI που έχει οριστεί είναι 50mg/κιλό σωματικού βάρους. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (European Food Safety Authority – EFSA), η οποία ρυθμίζει τα προσθετικά τροφίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει ορίσει ως ADI της ασπαρτάμης τα 40mg/κιλό σωματικού βάρους…

Οι καταναλωτές μπορούν να αναγνωρίσουν τα τρόφιμα που περιέχουν ασπαρτάμη καθώς αυτή αναγράφεται στη λίστα των συστατικών στην επισήμανση των προϊόντων. Όπως σε όλα τα πρόσθετα των τροφίμων, μετά την έγκριση χρήσης τους, έτσι και στην ασπαρτάμη έχει αποδοθεί ένας «αριθμός – Ε». Η παρουσία της στα τρόφιμα υποδηλώνεται είτε με το όνομα (π.χ. ασπαρτάμη) ή με τον αριθμό Ε 951.

Μπορεί η ασπαρτάμη να προκαλέσει καρκίνο;

Οι ερευνητές συνήθως χρησιμοποιούν δύο βασικούς τύπους ερευνών για να προσπαθήσουν να καθορίσουν αν μία ουσία μπορεί να προκαλέσει καρκίνο.

Ο πρώτος τύπος έρευνας πραγματοποιείται πάνω σε ζώα μέσα στο εργαστήριο τα οποία εκτίθενται στην προς έλεγχο ουσία (συνήθως σε πολύ μεγάλες δόσεις). Χωρίς να είναι πάντοτε βέβαιο ότι τα αποτέλεσματα αυτά θα είναι τα ίδια πάνω σε πειράματα σε ανθρώπους, όμως οι κλινικές μελέτες του εργαστηρίου είναι ο καλύτερος τρόπος για να διαπιστώσει κανείς αν μία ουσία είναι πιθανό να προκαλέσει καρκίνο στον άνθρωπο πριν προχωρησει σε εκτεταμένη έκθεση σε αυτή.

Ο δεύτερος τύπος έρευνας είναι η εξέταση των ποσοστών εμφάνισης καρκίνου σε δύο διαφορετικές ομάδες ανθρώπων. Σε αυτήν τη μελέτη συγκρίνονται τα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου μεταξύ ατόμων που έχουν εκτεθεί στη συγκεκριμένη ουσία και των ατόμων που δεν έχουν εκτεθεί. Ωστόσο, τέτοιες μελέτες σε ανθρώπους είναι δύσκολο να εκτιμηθούν σε μεγάλο βαθμό διότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα.

Εν κατακλείδι, κανένας τύπος έρευνας από μόνος του μπορεί να δώσει ένα ξεκάθαρο αποτέλεσμα, γι’ αυτό οι επιστήμονες λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα και των δύο τύπων ερευνών ώστε να βγάλουν ένα γενικό συμπέρασμα.

Σύμφωνα με τον 1ο τύπο έρευνας για την ασπαρτάμη, πολλές μελέτες έχουν αναζητήσει αποτελέσματα για την υγεία των εργαστηριακών ζώων στα οποία έχουν χορηγήσει ασπαρτάμη, συχνά σε δόσεις πάνω από 4.000mg/κιλό, ημερησίως. Σε αυτές τις μελέτες δεν βρέθηκαν προβλήματα υγείας τα οποία να σχετίζονται μεμονωμένα με την κατανάλωση ασπαρτάμης.

Σε δύο μελέτες που έγιναν από Ιταλούς ερευνητές βρέθηκε ότι πολύ υψηλή δόση ασπαρτάμης μπορεί να αυξήσει το ρίσκο για εμφάνιση καρκίνων του αίματος (λευχαιμία, λέμφωμα) σε ποντίκια. Ωστόσο, τόσο η FDA όσο και η EFSΑ έθεσαν αυτά τα αποτελέσματα υπό αμφισβήτηση αναφέροντας πως υπήρχε έλλειψη σημαντικών δεδομένων.

Για το 2ο τύπο έρευνας, πολλές μελέτες σε ανθρώπους δεν έχουν δείξει κάποια συσχέτιση κατανάλωσης ασπαρτάμης με το ρίσκο εμφάνισης καρκίνου.

Μία παλιά έρευνα του 1980 έδειξε ότι η κατανάλωση ασπαρτάμης συνδεόταν με αυξημένο ρίσκο εμφάνισης όγκων του εγκεφάλου, ωστόσο σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Καρκίνου (National Insitute of Cancer – NCI) η αύξηση των συχνοτήτων των όγκων του εγκεφάλου είχε παρατηρηθεί νωρίτερα (1970), πριν ακόμα η ασπαρτάμη χρησιμοποιηθεί ως γλυκαντικό και η μεγαλύτερη αύξηση των εμφανίσεων των όγκων ήταν σε άτομα ηλικίας 70 ετών και πάνω, τα οποία δεν εκτίθονταν καν στο ανώτερο όριο κατανάλωσης της ασπαρτάμης. (Άλλες έρευνες πάνω στο αντικείμενο δεν έχουν δείξει κάποια συσχέτιση της κατανάλωσης ασπαρτάμης με την εμφάνιση όγκων του εγκεφάλου).

Σε μία μεγάλη μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το NCI σε 500.000 ενήλικες, μετρήθηκε το ρίσκο εμφάνισης καρκίνου μεταξύ των ατόμων που κατανάλωναν ροφήματα τα οποία περιείχαν ασπαρτάμη και των ατόμων που δεν κατανάλωναν. Τα άτομα που κατανάλωναν τα ροφήματα δεν εμφάνισαν αυξημένο ρίσκο λεμφώματος, λευχαιμίας ή όγκων του εγκεφάλου.

Ωστόσο, σε μία πρόσφατη μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε 125.000 άτομα βρέθηκε μία σύνδεση μεταξύ της κατανάλωσης σόδας που περιείχε σαν συστατικό την ασπαρτάμη και της εμφάνισης λευχαιμίας, λεμφώματος, αλλά και πολλαπλού μυελώματος, όμως μόνο στους άντρες και όχι στις γυναίκες. Επίσης βρέθηκε και μία σύνδεση μεταξύ της κατανάλωσης σόδας που περιείχε ως συστατικό τη ζάχαρη και την εμφάνιση λεμφώματος στους άντρες, αλλά οι ερευνητές κατέληξαν πως οι συνδέσεις αυτές ήταν τυχαίες…

Εκτός από τις πλήρεις αξιολογήσεις ασφάλειας που πραγματοποιήθηκαν στο παρελθόν, το 2002 η ΕΕΤ προέβη σε αναθεώρηση όλων των αρχικών και πιο πρόσφατων στοιχείων για την ασπαρτάμη και κατέληξε ότι είναι ασφαλής για κατανάλωση. Η χρήση των γλυκαντικών (και της ασπαρτάμης) ρυθμίζεται σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο από τον Καν. 1333/2008/ΕΚ για τα πρόσθετα τροφίμων και το Παράρτημα της Οδηγίας 94/35/ΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις γλυκαντικές ύλες που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στα τρόφιμα, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, το οποίο έχει μεταφερθεί στον Κώδικα Τροφίμων και Ποτών, άρθρο 68. Το Παράρτημα της οδηγίας εφαρμόζεται μέχρι την εφαρμογή του Παραρτήματος ΙΙ του Καν.1333/2008/ΕΚ.

Δημήτρης Χουτόπουλος είναι Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, Msc – Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας