Κρούσματα αφρικανικής πανώλης των χοίρων σε Βέλγιο και Βουλγαρία – Σε επιφυλακή η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας 

Δύο κρούσματα αφρικανικής πανώλης των χοίρων εντοπίστηκαν σε αγριογούρουνα στο Βέλγιο, γεγονός που θορύβησε τις γαλλικές αρχές, με το υπουργείο Γεωργίας της Γαλλίας να ζητά την άμεση κινητοποίηση των αρμοδίων για να προστατευθεί η κτηνοτροφία.

Οι βελγικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι δύο κρούσματα του ιού, που πλήττει μόνο χοίρους και αγριογούρουνα, εντοπίστηκαν στην κοινότητα Ετάλ, σε μια περιοχή που απέχει μόλις 10 χιλιόμετρα από τα γαλλικά σύνορα. Ο υπουργός Γεωργίας της Γαλλίας, Στεφάν Τραβέρ,  ζήτησε να εφαρμοστεί αμέσως ένα σχέδιο δράσης για να μην εξαπλωθεί ο ιός στις περιφέρειες που συνορεύουν με το Βέλγιο. Το σχέδιο που προτείνει περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τον περιορισμό ορισμένων δραστηριοτήτων, όπως του κυνηγιού, καθώς και την εντατικοποίηση των ελέγχων στα ζώα κτηνοτροφίας, αλλά και στην άγρια πανίδα. Ζητά επίσης να ενισχυθούν οι έλεγχοι στα σφαγεία.

Σε επιφυλακή και η Ελλάδα λόγω των κρουσμάτων στη Βουλγαρία

Κρούσματα της αφρικανικής πανώλης των χοίρων έχουν εντοπιστεί στη Ρωσία, την Κίνα, την Εσθονία, την Ουγγαρία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Πολωνία, την Τσεχία και τη Ρουμανία.

Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας μετά το κρούσμα αφρικανικής πανώλης των χοίρων στη Βουλγαρία βρίσκεται σε επιφυλακή, ενώ από το Τμήμα Υγείας Ζώων και Κτηνιατρικής Αντίληψης, Φαρμάκων και Εφαρμογών της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ανακοινώνεται ότι το νόσημα είναι εξαιρετικά μεταδοτικό λόγω του ρόλου των αγριόχοιρων ως δεξαμενή του ιού και της αντοχής του στο περιβάλλον. Ωστόσο, γνωστοποιείται ότι δεν μεταδίδεται σε άλλα είδη ζώων ούτε στον άνθρωπο.

«Θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε περίπτωση επιβεβαίωσης του νοσήματος στη χώρα μας, είτε σε χοίρους είτε σε αγριόχοιρους, τα αυστηρά μέτρα που θα επιβληθούν και οι περιορισμοί των μετακινήσεων, θα επιφέρουν σημαντικές οικονομικές απώλειες για τη χοιροτροφία και το εμπόριο χοίρειων προϊόντων. Παράλληλα, οι αλλαγές στον τρόπο άσκησης θήρας, θα έχουν επιπτώσεις και στους κυνηγούς. Επιπρόσθετα, είναι αδύνατο να προβλεφθεί η διάρκεια ισχύος των περιορισμών αυτών, αφού πρόκειται για νόσημα δύσκολο να εκριζωθεί στις χώρες στις οποίες ενδημεί» αναφέρει η ανακοίνωση της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής.

Η Περιφέρεια υπογραμμίζει την ανάγκη επαγρύπνησης των χοιροτρόφων, κυνηγών, υπευθύνων σφαγείων, μεταφορέων και εμπόρων ζώντων ζώων και κρέατος, καθώς και όλων των εμπλεκόμενων φορέων (Δασικές Υπηρεσίες, Κυνηγετικές Ομοσπονδίες κλπ). Τονίζει, άλλωστε, ότι είναι απαραίτητη η συνεργασία όλων των φορέων με τις αρμόδιες Κτηνιατρικές Αρχές ώστε να εξασφαλισθεί η αποτροπή εισόδου του νοσήματος στη χώρα μας.

Από το Τμήμα Υγείας Ζώων και Κτηνιατρικής Αντίληψης, Φαρμάκων και Εφαρμογών της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ανακοινώνονται τα εξής σχετικά με την Αφρικανική Πανώλη των Χοίρων (ΑΠΧ):

Η Αφρικανική Πανώλη των Χοίρων, νόσημα υποχρεωτικής δήλωσης που δε μεταδίδεται στον άνθρωπο, ενδημεί στην Αφρική (το 1921 εμφανίστηκε στην Κένυα), ενώ στην Ευρώπη εισήχθη το 1957 (Πορτογαλία) και από εκεί ο ιός μεταδόθηκε σε Ισπανία, Μάλτα, Ιταλία (κυρίως Σαρδηνία), Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Καραϊβική (Κούβα, Αϊτή), Νότια Αμερική (Βραζιλία), Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Ρωσία, Ουκρανία, Λευκορωσία και από τη Νότια Ρωσία το 2013 εξαπλώθηκε σε πληθυσμούς άγριων χοίρων σε Λιθουανία, Πολωνία, Λετονία, Εσθονία και Τσεχία.

Πρόκειται για ιογενές, αιμορραγικό, εμπύρετο σύνδρομο των άγριων και των κατοικίδιων χοίρων όλων των ηλικιών που χαρακτηρίζεται από υψηλή θνησιμότητα και νοσηρότητα. Τα κυριότερα κλινικά συμπτώματα και αλλοιώσεις της ΑΠΧ είναι: πυρετός (άνω των 40° C), ερύθημα, υπεραιμία δέρματος σε κοιλιά, άκρα, αυτιά και περίνεο, αιμορραγίες στους βλεννογόνους π.χ. ερυθρότητα οφθαλμικού βλεννογόνου, αιμορραγικό υγρό στη θωρακική και κοιλιακή κοιλότητα, σπλήνας διογκωμένος και σκοτεινόχρωμος, πετέχειες στους νεφρούς, στην καρδιά και στον υπεζωκότα.

Ο κίνδυνος εισόδου της νόσου στη χώρα μας ελλοχεύει λόγω των αγριόχοιρων που μετακινούνται διασυνοριακά και μπορεί να έρθουν σε επαφή με μολυσμένους αγριόχοιρους και, ενδεχομένως, λόγω της σίτισης των χοίρων με υπολείμματα τροφίμων, ζωικών υποπροϊόντων και ζωοτροφών που περιέχουν τον ιό.

Ο κίνδυνος μόλυνσης είναι αυξημένος στις ημιεκτατικού ή εκτατικού τύπου εκμεταλλεύσεις  και στους οικόσιτους χοίρους (λόγω αυξημένης πιθανότητας επαφής με ζώα άγριας πανίδας) ενώ σε περίπτωση επιβεβαίωσης του νοσήματος θα πληγεί άμεσα κυρίως η συστηματική χοιροτροφία λόγω της επιβολής αυστηρών μέτρων στο εμπόριο ζώντων ζώων  και στα προϊόντα ζωικής προέλευσης της περιοχής τους (θανάτωση και καταστροφή των ζώων και των μολυσμένων προϊόντων, καθαρισμός και απολύμανση των χώρων, καθαρισμός, απολύμανση ή καταστροφή, εφόσον απαιτείται, των μολυσμένων ζωοτροφών, υλικών και του εξοπλισμού που βρίσκεται στην εκμετάλλευση, όταν αυτά δεν μπορούν να απολυμανθούν κλπ).

Είναι κρίσιμο να αποτραπεί η είσοδος αγριόχοιρων στις εκμεταλλεύσεις όλων των τύπων  γιατί μέσω των εκκρίσεων (ρινικών, οφθαλμικών, της γενετικής οδού, σάλιου, ούρων, κοπράνων) αν αυτοί είναι μολυσμένοι μπορούν να μεταδώσουν και να διασπείρουν τον ιό άμεσα στα εκτρεφόμενα χοιρινά. Μεγάλη προσοχή θα πρέπει να δοθεί και στη διατροφή των χοιρινών για την αποφυγή της έμμεσης μετάδοσηςτου ιού: Δε θα πρέπει να χορηγείται ωμό κρέας και υποπροϊόντα χοιρινών και ιδιαίτερα θηραμάτων αγριόχοιρων ως ζωοτροφή σε εκτρεφόμενα ή κατοικίδια ζώα οποιουδήποτε είδους (χοίρους, σκύλους, γάτες κλπ). Οι νεκροί μολυσμένοι χοίροι πρέπει να απομακρύνονται άμεσα προς αποφυγή κανιβαλισμού. Ο ιός μπορεί να μεταφερθεί σε απόσταση και με μηχανικά μέσα (ρουχισμός του προσωπικού, εξοπλισμός, μεταφορικά μέσα), ιατρογενώς κατά τη θεραπεία νοσημάτων και κατά τις εκστρατείες εμβολιασμού σε περιοχές που ενδημεί η νόσος. Οι μαλακοί κρότωνες του γένους Ornithodoros spp. αποτελούν τόσο δεξαμενή, όσο και μηχανικούς μεταφορείς του ιού. Άλλα έντομα, όπως κουνούπια και μύγες, μπορούν να παίξουν ρόλο στη μετάδοση του ιού.

Αυστηρή πρέπει να είναι η τήρηση των μέτρων βιοπροφύλαξης στις εκτροφές, όπως:

1) Έλεγχος μετακινήσεων ζώων στις εκμεταλλεύσεις, ύπαρξη κατάλληλης περίφραξης, ύπαρξη χώρου απομόνωσης για τα νεοεισαχθέντα ζώα.

2) Κατάλληλη ένδυση του προσωπικού και των επισκεπτών.

3) Τήρηση των κανόνων ατομικής υγιεινής από το προσωπικό.

4) Περιορισμός των επισκεπτών στο ελάχιστο δυνατό.

5) Αποφυγή χρήσης δανεισμένου ή μεταχειρισμένου εξοπλισμού.

6) Καθαρισμός και απολύμανση της εκτροφής και των οχημάτων, ύπαρξη και χρήση απολυμαντικής τάφρου, αποφυγή σχηματισμού στάσιμων νερών που προσελκύουν έντομα.

7) Αντιμετώπιση τρωκτικών, εντόμων και παρασίτων (εντομοκτόνα, σίτες, εξωπαρασιτοκτόνα,  προστασία του χώρου αποθήκευσης των ζωοτροφών).

Ειδικά μέτρα πρόληψης για τους κυνηγούς:

  • Να μεριμνούν για την προσεκτική διαχείριση των θηραμάτων, ώστε να αποφευχθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος μετάδοσης του ιού (αποφυγή απόρριψης σπλάχνων και τεμαχίων κρέατος, δέρματος) στο περιβάλλον και τη μη χορήγηση εντοσθίων ή ωμών κρεάτων προερχόμενων από το θήραμα ως ζωοτροφή για οικόσιτα ζώα οποιουδήποτε είδους.
  • Να φυλάσσεται το θήραμα σε ξεχωριστό αποθηκευτικό χώρο, όπου δεν έχουν πρόσβαση οικόσιτα ζώα και δε φυλάσσονται ζωοτροφές ή σκεύη.
  • Να αποφεύγεται η άμεση επαφή εκτρεφόμενων ή οικόσιτων ζώων (χοίροι, σκύλοι, γάτες) με το θήραμα.
  • Οι κυνηγοί που δραστηριοποιούνται σε άλλες χώρες να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα (διαχείριση θηραμάτων και υποπροϊόντων αυτών, καθαρισμός και απολύμανση οχημάτων και εξοπλισμού) για την αποφυγή εισόδου του νοσήματος.

Μέτρα διαχείρισης απορριμμάτων σε αεροδρόμια και λιμένες:

Ορθή διαχείριση των απορριμμάτων που περιλαμβάνουν υπολείμματα τροφίμων αεροσκαφών ή πλοίων από χώρες όπου έχει εκδηλωθεί το νόσημα (Πολωνία, Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία, Τσεχία, Ρουμανία, Ουκρανία, Ιταλία). Επισημαίνεται ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δίνονται ως ζωοτροφή τα υπολείμματα των απορριμμάτων των αεροδρομίων και λιμένων σε χοίρους ή άλλα είδη οικόσιτων ζώων. Επισημαίνεται ότι στην Πορτογαλία η μόλυνση προήλθε από σίτιση με μολυσμένα υπολείμματα τροφίμων αεροσκαφών.

Σκόπιμο είναι να αυξηθεί η παθητική επιτήρηση στους πληθυσμούς αγριόχοιρων έτσι ώστε να εντοπιστεί άμεσα το νόσημα. Ομάδες που δραστηριοποιούνται στην περιοχή αρμοδιότητάς τους με συχνή παρουσία στην ύπαιθρο, στα ορεινά μονοπάτια και τα δάση, όπως: κυνηγετικοί σύλλογοι, θηροφύλακες, δασικές υπηρεσίες, ορειβατικοί σύλλογοι, Φορείς Διαχείρισης βιοτόπων, όμιλοι πεζοπορίας και σύλλογοι κτηνοτρόφων  να ενημερώνουν άμεσα τις τοπικές κτηνιατρικές αρχές σε ανεύρεση αριθμού νεκρών αγριόχοιρων και χοίρων πέραν του φυσιολογικού, καθώς και ζώων με κλινικά συμπτώματα και αλλαγή στη συμπεριφορά».