ΠΟΥ: Διατροφή με περισσότερες φυτικές ίνες και πλήρη δημητριακά για καλύτερη υγεία

Σύμφωνα με μια νέα επιστημονική μελέτη, που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), όσοι τρώνε κάθε μέρα πολλές φυτικές ίνες και πλήρη δημητριακά (ολικής άλεσης, όπου αντίθετα με τα επεξεργασμένα δημητριακά δεν έχει αφαιρεθεί τίποτα, διατηρώντας όλα τα θρεπτικά συστατικά του σπόρου), έχουν μικρότερο κίνδυνο να νοσήσουν από διάφορες χρόνιες μη μεταδοτικές ασθένειες και είναι γενικά περισσότερο υγιείς.

Η μελέτη δείχνει ότι η κατανάλωση ποσότητας τουλάχιστον 25 γραμμαρίων φυτικών ινών τη μέρα σχετίζεται με μια μείωση κατά 15% ως 30% στην πρόωρη θνησιμότητα από οποιαδήποτε αιτία, σε σχέση με όσους τρώνε μικρές ποσότητες τέτοιων διαιτητικών ινών.

Ειδικότερα, η κατανάλωση άφθονων φυτικών ινών σχετίζεται με μια μείωση κατά 16% ως 24% του κινδύνου για στεφανιαία νόσο, εγκεφαλικό, διαβήτη τύπου 2 και καρκίνο του παχέος εντέρου. Επίσης σχετίζεται με μικρότερο σωματικό βάρος και χαμηλότερο επίπεδο χοληστερίνης.

Για κάθε αύξηση κατά οκτώ γραμμάρια στην καθημερινή κατανάλωση φυτικών ινών, μειώνεται κατά 5% ως 27% ο κίνδυνος καρδιοπάθειας, διαβήτη τύπου 2 και καρκίνου του παχέος εντέρου, ενώ υπάρχει καλύτερη προστασία έναντι εγκεφαλικού και καρκίνου του μαστού.

Επίσης, κάθε αύξηση κατά 15 γραμμάρια στην καθημερινή κατανάλωση δημητριακών ολικής άλεσης οδηγεί σε μείωση κατά 2% ως 19% της πρόωρης θνησιμότητας, της στεφανιαίας νόσου, του διαβήτη τύπου 2 και του καρκίνου του παχέος εντέρου. Τα πλήρη δημητριακά είναι πλούσια σε φυτικές ίνες, κάτι που εξηγεί την προστατευτική δράση τους.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Τζιμ Μαν, του Πανεπιστημίου του Οτάγκο της Νέας Ζηλανδίας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό The Lancet, αξιολόγησαν (μετα-ανάλυση) όλες τις διαθέσιμες έρευνες (συνολικά 243 μελέτες) που έχουν γίνει έως τώρα σε όλο τον κόσμο σχετικά με τις φυτικές ίνες και τα πλήρη δημητριακά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι διεθνώς καταναλώνουν λιγότερα από 20 γραμμάρια φυτικών ινών τη μέρα, ενώ η νέα μελέτη -που θα οδηγήσει σε νέες συστάσεις από τον ΠΟΥ – συμβουλεύει κατανάλωση τουλάχιστον 25 ως 30 γραμμάρια καθημερινά, ενώ η ακόμη μεγαλύτερη ποσότητα προσφέρει έξτρα όφελος για την υγεία.

Η νέα μελέτη βρήκε επίσης ότι η διατροφή με φαγητά που έχουν χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη* και χαμηλό γλυκαιμικό φορτίο**, παρέχει περιορισμένη προστασία μόνο έναντι του διαβήτη τύπου 2 και του εγκεφαλικού. Οι τροφές αυτές μπορεί να περιέχουν σάκχαρα, κορεσμένα λίπη και νάτριο (αλάτι), πράγμα που μειώνει το όφελός τους για την υγεία.

Αντίθετα, όπως επισημαίνει η νέα μελέτη, οι ωφέλειες από τις φυτικές ίνες και τα πλήρη δημητριακά είναι πιο ξεκάθαρες. «Τα οφέλη των ινών για την υγεία υποστηρίζονται από έρευνες τουλάχιστον 100 ετών», δήλωσε ο Μαν.

* Ο γλυκαιμικός δείκτης (ΓΔ) των τροφών είναι ένας αριθμός (στην κλίμακα 0-100) που κατατάσσει τα διάφορα τρόφιμα ανάλογα με το πόσο γρήγορα ανεβάζουν τη γλυκόζη του αίματος (το «ζάχαρο» του αίματος σε απλά ελληνικά). Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, ο γλυκαιμικός δείκτης δείχνει ουσιαστικά πόσο γρήγορα γίνεται η πέψη ενός τροφίμου.

** Το γλυκαιμικό φορτίο ενός τροφίμου υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το γλυκαιμικό του δείκτη με την ποσότητα των υδατανθράκων σε γραμμάρια που παρέχονται από μια συγκεκριμένη μερίδα και το αποτέλεσμα διαιρείται με το 100. Η διαίρεση με το 100 έχει «τεχνική» σημασία: για να μην είναι πολύ υψηλές οι τιμές και έτσι να υπάρχει μια πιο άμεση αντίληψη της συγκρισιμότητας. Σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό η καθαρή γλυκόζη ποσότητας 100 γραμμαρίων παίρνει την τιμή 100. (Χαμηλό γλυκαιμικό φορτίο έχει ένα τρόφιμο με τιμή κάτω από 10, μέτριο γλυκαιμικό φορτίο έχει μια τιμή μεταξύ 11-12 και υψηλό γλυκαιμικό φορτίο έχει μια τιμή πάνω από 20).