Φαρμακευτικές αλλεργίες: Ποιοι κίνδυνοι καραδοκούν

Με αφορμή το θάνατο του 5χρονου κοριτσιού στη Φλώρινα (από αλλεργικό σοκ μετά τη λήψη αντιβιοτικού), ήρθε ξανά στην επικαιρότητα το θέμα με τις φαρμακευτικές αλλεργικές αντιδράσεις.

Η αλλεργία είναι μια κατάσταση υπερευαισθησίας. Σε αυτήν, ο οργανισμός αντιλαμβάνεται με λάθος τρόπο ένα ή περισσότερα αθώα συστατικά του περιβάλλοντός του, νομίζοντας ότι πρόκειται για εχθρούς, για εισβολείς. Όπως θα έκανε στην περίπτωση ενός επικίνδυνου παράσιτου, οπλίζεται με πυρομαχικά, στήνει παγίδες και είναι έτοιμος για την επόμενη «εισβολή». Όταν αυτή συμβεί, όπως για παράδειγμα με την εισπνοή μιας γύρης, το τσίμπημα μιας μέλισσας, τη βρώση ενός φρούτου ή τη λήψη κάποιου φαρμάκου, ο οργανισμός πυροδοτεί μια χημική επίθεση εναντίον του υποτιθέμενου εχθρού. Τα αλλεργικά συμπτώματα εμφανίζονται ως αποτέλεσμα αυτής της αχρείαστης χημικής επίθεσης.

Η φαρμακευτική αλλεργία, δηλαδή η αντίδραση του οργανισμού μέσω ανοσολογικού μηχανισμού κατά τη διάρκεια λήψης κάποιας φαρμακευτική αγωγής, ανέρχεται σε 6-10% των ανεπιθύμητων αντιδράσεων από φάρμακα. Με την έκφραση «μέσω ανοσολογικού μηχανισμού» εννοούμε ότι όλες οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις από φάρμακα δεν είναι αλλεργίες. Υπάρχουν και ανεπιθύμητες αντιδράσεις από φάρμακα, που δεν οφείλονται σε συμμετοχή του ανοσοποιητικού συστήματος (άμυνα του σώματος) αλλά σε άλλους μηχανισμούς π.χ. σε υπερδοσολογία (τοξική δράση του φαρμάκου) ή σε παρενέργεια του φαρμάκου (όπως συμβαίνει όταν προκαλείται υπνηλία από τα αντιισταμινικά φάρμακα).

Δυστυχώς δεν είναι δυνατό να γίνει προληπτικός έλεγχος γιατί παρά το τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείεται το άτομο να ευαισθητοποιηθεί μελλοντικά στο συγκεκριμένο φάρμακο. Έλεγχος γίνεται στα άτομα που έχουν εμφανίσει κάποια αντίδραση και ο έλεγχος αυτός είναι εκτεταμένη αλλεργιολογική αξιολόγηση, δηλαδή δεν πρόκειται για απλή εξέταση αίματος. Ο έλεγχος περιλαμβάνει δερματικές δοκιμασίες και δοκιμασίες πρόκλησης. Σημαντική βοήθεια στη σωστή αξιολόγηση μιας αντίδρασης προσφέρουν οι σωστές πληροφορίες από τον ασθενή και την οικογένειά του (π.χ. πόση ώρα μετά τη λήψη του φαρμάκου εμφανίστηκαν τα συμπτώματα, είχε πάρει άλλοτε το φάρμακο στο παρελθόν, έπαιρνε άλλα φάρμακα ταυτόχρονα, τι ακριβώς συμπτώματα εμφάνισε;)…

Η αλλεργία σε φάρμακα μπορεί να εκδηλωθεί με δύο είδη αντιδράσεων: τις άμεσου τύπου (στις οποίες τα συμπτώματα εμφανίζονται εντός λίγων λεπτών μέχρι μία ώρα από τη λήψη του φαρμάκου) και τις επιβραδυνόμενου ή καθυστερημένου τύπου (εμφάνιση συμπτωμάτων εντός αρκετών ωρών από τη λήψη).

Τα φάρμακα που είναι συνήθως υπεύθυνα για τις αλλεργικές αντιδράσεις άμεσου τύπου είναι τα αντιβιοτικά. Από αυτά συχνότερα ενοχοποιούνται η πενικιλλίνη και τα εξ αυτής προερχόμενα β-λακταμικά αντιβιοτικά όπως η αμοξυκιλλίνη, η αμπικιλλίνη και οι κεφαλοσπορίνες. Άλλη κατηγορία αντιβιοτικών που προκαλούν αλλεργίες είναι οι κινολόνες (π.χ. σιπροφλοξασίνη). Εκτός από τα αντιβιοτικά, και άλλα φάρμακα προκαλούν αλλεργικές αντιδράσεις άμεσου τύπου, με κυριότερα παραδείγματα τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (π.χ. ασπιρίνη), την ινσουλίνη, τα αναισθητικά φάρμακα (τοπικά και γενικά αναισθητικά) και τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σε τεχνικές ακτινολογικής απεικόνισης (σκιαγραφικά φάρμακα).

Οι φαρμακευτικές αλλεργίες άμεσου τύπου  εκδηλώνονται εντός λίγων λεπτών από τη χορήγηση του υπεύθυνου φαρμάκου (είτε από το στόμα, είτε με ένεση) με συμπτώματα από το δέρμα (κνίδωση με ή χωρίς αγγειοοίδημα, δηλαδή πρήξιμο), το πεπτικό σύστημα (πόνος στην κοιλιά, εμετός, διάρροια), το αναπνευστικό σύστημα (ρινική καταρροή, φταρνίσματα, βήχας, δύσπνοια, οίδημα λάρυγγα) και το κυκλοφορικό σύστημα (δηλαδή την πτώση στην πίεση του αίματος, που εκδηλώνεται ως ζάλη, εφίδρωση, λιποθυμία). Αν υπάρχει συνδυασμός συμπτωμάτων από 2 ή περισσότερα από τα προαναφερθέντα όργανα τότε πρόκειται για τη λεγόμενη αναφυλαξία ή αναφυλακτική αντίδραση, που μπορεί να φτάσει στην ακραία εκδήλωση του αλλεργικού σοκ, κατάσταση που είναι απειλητική για τη ζωή.

Στις άμεσου τύπου αντιδράσεις απαιτείται να έχει προηγηθεί προηγούμενη λήψη του φαρμάκου στο παρελθόν, προκειμένου να συμβεί η λεγόμενη ευαισθητοποίηση, δηλαδή ο οργανισμός να φτιάξει αντισώματα ειδικά για το φάρμακο αυτό. Συνεπώς είναι αδύνατο να συμβεί άμεσου τύπου αλλεργία κατά την πρώτη λήψη ενός φάρμακου, εκτός αν ο ασθενής εκτέθηκε έμμεσα στο φάρμακο αυτό μέσω μιας άλλης οδού (π.χ. αν και σπάνια, μπορεί να συμβεί ευαισθητοποίηση από κρέας που καταναλώθηκε και το οποίο προέρχεται από ζώα που είχαν θεραπευθεί με αντιβιοτικά). Επίσης στις αντιδράσεις αυτές τα συμπτώματα εμφανίζονται μετά από την πρώτη δόση του φαρμάκου (π.χ. αμέσως μετά από το πρώτο χάπι) και όχι, όπως είναι η κοινή πεποίθηση, οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι αλλεργία σε ένα φάρμακο πιθανά υποκρύπτει την πιθανότητα αντίδρασης και σε άλλα συγγενή φάρμακα της ίδιας οικογένειας.

Οφείλουμε συνεπώς να γνωρίζουμε ότι μετά από κάθε πιθανή φαρμακευτική αλλεργία άμεσου τύπου πρέπει να ακολουθεί εκτίμηση από ειδικό αλλεργιολόγο, ώστε να αναγνωριστεί το υπεύθυνο φάρμακο, να προταθούν ασφαλείς εναλλακτικές επιλογές και να αποφευχθεί ο κίνδυνος αναφυλαξίας από μελλοντική λήψη.

Στις αλλεργικές αντιδράσεις επιβραδυνόμενου ή καθυστερημένου τύπου, τα φάρμακα που ενοχοποιούνται συχνότερα είναι τα αντιβιοτικά (β-λακταμικά, κινολόνες, σουλφοναμίδες), τα αντιεπιληπτικά φάρμακα, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (π.χ. ασπιρίνη), τα αντιφυματικά και τα φάρμακα για το ουρικό οξύ (αλλοπουρινόλη).

Οι φαρμακευτικές αλλεργίες επιβραδυνόμενου ή καθυστερημένου τύπου μπορεί να εκδηλωθούν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια χορήγησης ενός φαρμάκου, είτε την πρώτη ημέρα λήψης είτε αργότερα, αλλά πάντοτε με χρονική καθυστέρηση πέραν της μίας ώρας από τη λήψη της δόσης. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι απαραίτητο ο ασθενής να έχει ξαναπάρει το ίδιο φάρμακο στο παρελθόν, αφού η αλλεργική αντίδραση μπορεί να συμβεί ακόμα και κατά τη διάρκεια της πρώτης λήψης του φαρμάκου, αρκεί η χρονική διάρκεια της χορήγησης να είναι μεγάλη (συνήθως άνω του μήνα, πάντως το λιγότερο 2-3 εβδομάδες συνεχούς λήψης) ώστε να είναι δυνατή η ευαισθητοποίηση (δηλαδή η δημιουργία ειδικών κυττάρων που θα στραφούν εναντίον του φαρμάκου). Φυσικά, αν ο ασθενής έχει πάρει το ίδιο φάρμακο και στο παρελθόν η αλλεργική αντίδραση εμφανίζεται πιο γρήγορα στην επόμενη χορήγηση (συνήθως εντός λίγων ημερών από την έναρξη της αγωγής).

Τα συμπτώματα με τα οποία εκδηλώνονται οι αλλεργικές αντιδράσεις καθυστερημένου τύπου σε φάρμακα είναι πολλά και ταξινομούνται ανάλογα με το όργανο που προσβάλλεται.

  • Δέρμα: η αλλεργία σε κάποιο φάρμακο μπορεί να προκαλέσει τεράστια ποικιλία αντιδράσεων από το δέρμα, από απλό κνησμό (δηλαδή φαγούρα, προκαλείται συνήθως από αντισυλληπτικά και οπιοειδή αναλγητικά φάρμακα) μέχρι μια τεράστια ποικιλία εξανθημάτων (κηλιδοβλατιδώδη, αγγειιτιδικά, φυσαλιδώδη, νεκρωτικά κ.α.). Τα εξανθήματα αυτά μπορεί να είναι από εντελώς αθώα μέχρι να αποτελούν τμήμα της κλινικής εικόνας πολύ σοβαρών συνδρόμων φαρμακευτικής αλλεργίας (π.χ. σύνδρομο Stevens- Johnson/ TEN) και συνεπώς να είναι απειλητικά για τη ζωή.
  • Αιμοποιητικό σύστημα: η φαρμακευτική αλλεργία μπορεί να εκδηλωθεί ως καταστροφή των κυττάρων του αίματος. Ανάλογα με το είδος του κυττάρου που καταστρέφεται μπορεί να προκύψει αιμολυτική αναιμία (καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων, με συμπτώματα αδυναμία, κόπωση, ζάλη), ουδετεροπενία (καταστροφή των λευκών αιμοσφαιρίων, με αποτέλεσμα ευπάθεια σε λοιμώξεις) και θρομβοπενία (καταστροφή των αιμοπεταλίων, με αποτέλεσμα την τάση για αιμορραγίες). Στις φαρμακευτικές αλλεργίες συχνά υπάρχει αύξηση σε μια ειδική κατηγορία των λευκών αιμοσφαιρίων που ονομάζονται ηωσινόφιλα (αυτή η αύξηση λέγεται ηωσινοφιλία).
  • Ήπαρ, νεφροί και πνεύμονες: τα όργανα αυτά μπορεί να είναι στόχος σε αντιδράσεις φαρμακευτικής αλλεργίας από αντιβιοτικά, αντιεπιληπτικά, αντιφυματικά, αντιϋπερτασικά και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα.
  • Πυρετός: είναι δυνατό μια φαρμακευτική αλλεργία να εκφραστεί κλινικά μόνο με πυρετό, χωρίς εξάνθημα. Ο φαρμακευτικός πυρετός προκαλείται πιο συχνά από φάρμακα όπως είναι τα διουρητικά, τα αντιεπιληπτικά, τα αντιαρρυθμικά, τα αντιβιοτικά και τα αναλγητικά.

Τρόποι αντιμετώπισης 

Όπως και στις άλλες μορφές αλλεργίας, έτσι και στην φαρμακευτική, είναι πολύ σημαντική η σωστή διάγνωση. Είναι βασικό να εντοπίζεται με ακρίβεια το υπεύθυνο φάρμακο, όχι μόνο για να αποφευχθεί η επαναπρόσληψή του αλλά και οι αντιδράσεις εκείνες που προκαλούνται από άλλα φάρμακα τα οποία έχουν κοινά μοριακά στοιχεία με το αρχικό υπεύθυνο φάρμακο (διασταυρούμενες αντιδράσεις).

Εφόσον εντοπιστεί το υπεύθυνο ή τα υπεύθυνα φάρμακα, πρέπει να γίνει αυστηρή αποφυγή του, όπως και αυτών που προκαλούν διασταυρούμενες αντιδράσεις. Ο αλλεργιολόγος αφού διερευνήσει την αλλεργία με ειδικές εξετάσεις και αλλεργιολογικές δοκιμασίες είναι σε θέση να δώσει εναλλακτικές στον ασθενή. Σε περίπτωση τυχαίας επανέκθεσης, καταρχήν διακόπτεται άμεσα το φάρμακο. Αν τα συμπτώματα είναι μόνο δερματικά, χορηγείται θεραπεία με αντιισταμινικά και σε εκτεταμένες ή/και σοβαρότερες αντιδράσεις κορτικοστεροειδή. Αν συνυπάρχουν και άλλα συμπτώματα (βήχας, δύσπνοια, ζάλη, λιποθυμία), τότε επιβάλλεται η χρήση αδρεναλίνης και η άμεση διακομιδή του ασθενή στην πλησιέστερη μονάδα υγείας, ώστε να του παρασχεθούν οι κατάλληλες φροντίδες. Για τη θεραπεία της αναφυλαξίας διάβασε εδώ.

Εάν ο ασθενής χρειάζεται απολύτως το φάρμακο στο οποίο είναι αλλεργικός και δεν έχει άλλη επιλογή, η χορήγηση του φαρμάκου γίνεται με τη διαδικασία της απευαισθητοποίησης. Σε περιβάλλον κατάλληλα εξοπλισμένο ώστε να αντιμετωπιστούν πιθανές αντιδράσεις γίνεται σταδιακή χορήγηση του φάρμακου.

Ένας ασθενής με αλλεργική αντίδραση σε φάρμακο πρέπει:

  • Χωρίς χρονοτριβή να αναφέρει αμέσως το πρόβλημα στο θεράποντα γιατρό του για να εκτιμήσει αυτός το επείγον του προβλήματος.
  • Να διακόψει τη λήψη του «ύποπτου» φαρμάκου και να τη συνεχίσει μόνο μετά την εντολή του γιατρού του.
  • Να ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες που θα του δοθούν.
  • Να μην πειραματίζεται μόνος του ακόμη και εάν έχουν περάσει χρόνια από την αλλεργική αντίδραση.
  • Να κατευθυνθεί στον αλλεργιολόγο για την επιβεβαίωση του ένοχου φαρμάκου και την αναζήτηση εναλλακτικών φαρμάκων που μπορεί να πάρει με ασφάλεια.
  • Να κρατά πάντοτε το κουτί με το φάρμακο που του προκάλεσε την αντίδραση.
  • Εάν η αντίδραση έγινε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του σε νοσοκομείο να ζητά πάντοτε ενημερωτικό  σημείωμα για το ποιο φάρμακο θεωρείται υπεύθυνο.
  • Να αναφέρει στο μέλλον σε κάθε γιατρό πριν από τη συνταγογράφηση ή κατά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο τη φαρμακευτική του αλλεργία και να επιδεικνύει την ειδική γνωμάτευση με τις οδηγίες αποφυγής που του έχουν δοθεί  από τον αλλεργιολόγο.

Πηγή: Με στοιχεία από τη σελίδα allergikos.gr